Όταν η Σιμόν ντε Μποβουάρ ήταν εννέα χρονών και πήγαινε στο καθολικό σχολείο «Αντελίν Ντεζίρ», γνώρισε την Ελιζαμπέτ Λακουάν, την επονομαζόμενη Ζαζά, ένα κορίτσι που τράβηξε αμέσως την προσοχή της. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια φιλία που, από την πλευρά τής μετέπειτα μεγάλης Γαλλίδας συγγραφέως, θα έχει και τη χροιά της πρώιμης, μη συνειδητοποιημένης, ερωτικής επιθυμίας. Το βιβλίο γράφτηκε το 1954 αλλά παρέμεινε αδημοσίευτο και πρωτοκυκλοφόρησε το 2020.
Στο πρόσωπο της Ζαζά η Ντε Μποβουάρ θα ανακαλύψει όλα τα στοιχεία που θα ποθήσει να έχει η ίδια αργότερα στη ζωή της: τόλμη, ανεξαρτησία, περιέργεια, δημιουργική ανησυχία. Έτσι, αυτή η επιρροή θα αποδειχθεί καθοριστική για την κατοπινή της προσωπικότητα.
Ωστόσο, οι Αχώριστες κρύβουν μια τραγωδία: η Ζαζά πεθαίνει αναπάντεχα. Μια καταστροφή που θα στοιχειώσει διά παντός την Ντε Μποβουάρ. H Ντε Μποβουάρ είναι βέβαιη ότι η Ζαζά δεν πέθανε από ιογενή εγκεφαλίτιδα, όπως το ήθελαν οι γιατροί. Δολοφονήθηκε· ο θάνατός της ήταν ένα «πνευματοκρατικό έγκλημα».
Πιο σύγχρονο από ποτέ, το κλασικό αυτό μυθιστόρημα έχει μια ιδιαίτερη δύναμη και γοητεία. Όπως έλεγε και η ίδια η Σιμόν ντε Μποβουάρ: «Κι αν, απόψε, τα μάτια μου είναι δακρυσμένα είναι άραγε γιατί εσείς έχετε πεθάνει ή γιατί εγώ ζω; [...] ξέρω ότι δεν είστε πια πουθενά και, ακριβώς, μέσα από ένα λογοτεχνικό τέχνασμα σας μιλώ εδώ».
«Tην επόμενη χρονιά, οι γονείς μου άφησαν το διαμέρισμα του μπουλβάρ Μονπαρνάς, μετακόμισαν στην οδό Κασέτ σε ένα στενόχωρο σπίτι, όπου δεν είχα πια μια δική μου γωνιά. Η Αντρέ μού είπε ότι μπορούσα να πηγαίνω να μελετώ στο δικό της όποτε ήθελα.
Κάθε φορά που έμπαινα στο δωμάτιό της ήμουν τόσο συγκινημένη, που μου ερχόταν η επιθυμία να κάνω τον σταυρό μου. Πάνω από το κρεβάτι υπήρχε ένας Εσταυρωμένος με το ακάνθινο πυξάρι, απέναντι μία αγία Άννα του Ντα Βίντσι· πάνω στο τζάκι, ένα πορτρέτο της κυρίας Γκαλάρ και μαι φωτογραφία του πύργου του Μπεταρί· στα ράφια, η προσωπική βιβλιοθήκη της Αντρέ: Δον Κιχώτης, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, Ευγενία Γκραντέ, το μυθιστόρημα Τριστάνος και Ιζόλδη, απ΄το οποίο ήξερε απέξω ολόκληρα αποσπάσματα· συνήθως της άρεσαν βιβλία ρεαλιστικά ή σατιρικά· η προτίμησή της για τούτη την ερωτική εποποιία με ξένιζε.
Ρωτούσα με αγωνία τοίχους και αντικείμενα που περιέβαλλαν την Αντρέ. Ήθελα να καταλάβω τι ακριβώς σκεφτόταν όταν άγγιζε με το δοξάρι τις χορδές του βιολιού της. Ήθελα να μάθω γιατί με τόσα συναισθήματα στην καρδιά, τόσες ασχολίες, τόσα χαρίσματα, είχε συχνά ύφος απόμακρο, ακόμα και μελαγχολικό.
Ήταν θεοσεβούμενη. Όταν πήγαινα να προσευχηθώ στο παρεκκλήσι, ξαφνιαζόμουν που την έβλεπα γονατιστή μπροστά στην Αγία Τράπεζα, με το κεφάλι στις παλάμες της, ή με τα χέρια τεντωμένα μπροστά στην «Οδό του Μαρτυρίου». Μήπως σκεφτόταν να ΄αφιερωθεί αργότερα στη θρησκεία; Κι όμως επιθυμούσε διακαώς την ελευθερία της και τις χαρές αυτού του κόσμου».
«Οι αχώριστες» της Σιμόν ντε Μποβουάρ, μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη (εκδ. Ψυχογιός). Η Σιμόν ντε Μπoβουάρ (9 Ιανουαρίου 1908 - 14 Απριλίου 1986) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια. Υπήρξε σύντροφος του διάσημου υπαρξιστή φιλόσοφου Ζαν-Πολ Σαρτρ. Το γνωστότερο έργο της ήταν Το Δεύτερο Φύλο, μια φεμινιστική ανάλυση της γυναικείας ύπαρξης και της καταπίεσης των γυναικών. Άλλα έργα της που ξεχώρισαν ήταν Οι Μανδαρίνοι (1954) και Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης (1958). Η Μποβουάρ θεωρήθηκε η μητέρα του (μετά το 1968) φεμινισμού, με φιλοσοφικά γραπτά που συνδέθηκαν, αν και ήταν ανεξάρτητα, με τον σαρτριανό υπαρξισμό. Πέθανε από πνευμονία και θάφτηκε δίπλα στον Σαρτρ στο Κοιμητήριο Μονπαρνάς του Παρισιού.
Ακολουθήστε μας στο Instagram και στο Facebook για να βλέπετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν