0
5
σχόλια
1066
λέξεις
CULTURE
Με αφορμή την παρουσίαση του φωτογραφικού του λευκώματος Duality, ο Στέλιος Παπαρδέλας μας εξηγεί τι έμαθε ταξιδεύοντας χωρίς χρήματα και φωτογραφίζοντας, για μια δεκαετία
 
DOCTV.GR | ΦΩΤΟ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΡΔΕΛΑΣ
17 Νοεμβρίου 2022
Δεν ξέρω στα αλήθεια πως θα μπορούσα να διαχωρίσω τα πρώτα 10 χρόνια της ενήλικης μου ζωής από την διαδικασία που κατέληξε να γίνει το βιβλίο με το τίτλο Duality. Το πρώτο μου ταξίδι εκτός Ελλάδος ήταν στα 17, με συνοδεία, μόνος στα 18. Κυριολεκτικά ένας καινούριος κόσμος άνοιξε μπροστά μου. Μεγάλωσα με διάσπαση προσοχής και σε ένα κακό εκπαιδευτικό σύστημα. Το σχολείο ήταν μαρτύριο. Πρόσφατα διάβασα πως το εκπαιδευτικό σύστημα στα δημοτικά της Νορβηγίας αφήνει τα παιδιά να παίζουν και να αλληλεπιδρούν στον σχολείο και μόνο όταν το θελήσουν ξεκινούν την ύλη. Έτσι το πήγα και εγώ με την δική μου εκπαίδευση, χωρίς να έχω καμία ιδέα που είναι η Νορβηγία ή τι είναι εκπαίδευση.

Κυριολεκτικά όσα ξέρω έχουν προέλθει από τον δρόμο. Στο πρώτο μου ταξίδι (Ιρλανδία) ταλαιπωρήθηκα και φοβήθηκα πάρα πολύ. Όμως γυρνώντας και κοιτώντας πίσω στην κακή αυτή εμπειρία μου, ένας έρωτας γεννήθηκε. Θυμάμαι φοβισμένος να υπόσχομαι στον εαυτό μου πως μια μέρα θα είμαι ικανός να φύγω απ το σπίτι μου και να πάω στην άλλη πλευρά του πλανήτη χωρίς χρήματα με την ίδια χαλαρότητα που πάω στο περίπτερο της γειτονιάς να πάρω τσιγάρα. Το πρώτο σημαντικό πράγμα που έμαθα λοιπόν ήταν πως ο μοναδικός τρόπος να ξεπεράσω ένα φόβο είναι να τον αναγνωρίσω και να τον κοιτάξω στα μάτια. Μέχρι και σήμερα, ο φόβος είναι ο μεγάλος μου αντίπαλος και ο καλός μου φίλος. Η φωτογραφία έδωσε νόημα σε όλα. Πλέον η πραγματικότητα ήταν σαν ένα τεράστιο επιτραπέζιο παιχνίδι που δυστυχώς οι φίλοι μου δεν ήθελαν να παίξουν.
 

Η γιαγιά στο Βιετνάμ μου έλεγε τα ίδια με την γιαγιά μου. Ο ταξιτζής στην Ινδία, μου έκανε τα ίδια αστεία με αυτόν στην Ομόνοια. Μα πως είναι δυνατόν;               

Το δεύτερο μεγάλο πράγμα που έμαθα ήταν πως δεν χρειάζομαι σχεδόν τίποτα υλικό. Οτιδήποτε έξτρα ήταν στην τσάντα μου με βάραινε στο δρόμο, κρίμα η μεσούλα μου. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι πόσα πράγματα δεν χρειάζομαι. Σταδιακά η ανάγκη έγινε τρόπος ζωής και ξαφνικά, είχα έξτρα χρήματα για άλλο ένα εισιτήριο. Η ελευθερία από τον καταναλωτισμό ήταν συνώνυμο με την ελευθερία του να μπορώ να περπατάω χωρίς βάρος στην πλάτη.

Το 2010 έκανα το πρώτο μου ταξίδι εκτός Ευρώπης, εκεί με μια φωτογραφία από ένα τεράστιο χαμόγελο μιας Αφρικάνας μάνας, ξεκίνησε το Duality. Δεν ήταν συνειδητός στόχος, όμως ήξερα πως τα επόμενα χρόνια όσο μπορώ θα γυρίζω από γειτονιά σε γειτονιά, σε κάποιο μακρινό μέρος και θα μιλάω με τους ανθρώπους, θα τους φωτογραφίζω και θα μαθαίνω τα πάντα από αυτούς. Το σχολείο τώρα ξεκίνησε.

Βλέποντας μεγάλους φωτογράφους να λένε πως περπατούσαν στους δρόμους όλη μέρα για να φωτογραφίσουν, το πήρα κυριολεκτικά, και άρχισα να ξεχνάω και την πείνα μου. Περπάτημα, φωτογραφίες, κουβέντα με αγνώστους, περπάτημα, φωτογραφίες, κουβέντα. Όλη μέρα, κάθε μέρα, μόνο αυτό. Ποτέ δεν φοβόμουν τους άλλους ανθρώπους γιατί δεν με μεγάλωσαν έτσι, όμως τώρα μου ήταν ξεκάθαρο. Όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη είμαστε ίδιοι. Η γιαγιά στο Βιετνάμ μου έλεγε τα ίδια με την γιαγιά μου. Μα πως είναι δυνατόν; Ο ταξιτζής στην Ινδία, μου έκανε τα ίδια αστεία με αυτόν στην Ομόνοια. Όλοι, παντού ίδιοι.

Δεν δυσκολεύτηκα ποτέ να βρω να φάω ή να κοιμηθώ κάπου, γιατί όπως θα έκανα και στο χωριό μου, χτυπούσα μια πόρτα με χαμόγελο, και ζητούσα ευγενικά αυτό που ήθελα. Είχα την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση που είχα και στην Ελλάδα. Οπότε ήξερα κι εγώ πως να αντιδράσω περίπου σε όλα. Τέσταρα τα όρια μου καθημερινά, ώστε να δω που μπορώ να φτάσω. Τότε, για να κοκορεύομαι στους φίλους μου τις κουλ ιστορίες μου, όμως μέσα από τις τρέλες που έκανα για να καλύψω την ανάγκη μου για αποδοχή, έμαθα πως το ένστικτο της επιβίωσης είναι αδιανόητο εργαλείο. Το δύσκολο ήταν να πάρω την απόφαση να μπω σε μια συνθήκη που έμοιαζε τρομακτική.
 

Σταδιακά όλα άρχισαν να έχουν ενδιαφέρον γύρω μου και οι μέρες ήταν τεράστιες όπως τα καλοκαίρια όταν ήμουν παιδί          

Το δεύτερο υπο-μάθημα μέσα από αυτό ήταν πως τα πράγματα είναι πάντα λίγο καλύτερα από την καταστροφολογία που κυριαρχεί στο μυαλό μου. Οπότε ο τρόπος βρέθηκε. Πηγαίνω, ακόμα και αν τρέμω, κι έχω εμπιστοσύνη πως θα τα καταφέρω ότι και να γίνει. Και τι είναι δηλαδή το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;

Η φωτογραφία μου έμαθε υπομονή, αν ήθελα η εικόνα μου να έχει το καλύτερο δυνατό φως έπρεπε να μουδιάζουν τα χέρια μου κρατώντας τη μηχανή στο ίδιο σημείο για ώρες. Έμαθα να κοιτάζω τις λεπτομέρειες γύρω μου, να είμαι παρών στον παρόν γιατί αλλιώς είδα πως μόνο χαζομάρες τραβούσα. Τεράστιο ξαλάφρωμα από τις χιλιάδες σκέψεις τις ημέρας αυτό. Ο άνθρωπος είναι παντού άνθρωπος, και με αυτή την λογική σταμάτησα να βλέπω τους άλλους ως διαφορετικούς από εμένα αλλά ως ανθρώπους που είχαν κάτι διαφορετικό να μου προσφέρουν. Σταδιακά όλα άρχισαν να έχουν ενδιαφέρον γύρω μου και οι μέρες ήταν τεράστιες όπως τα καλοκαίρια όταν ήμουν παιδί. Η μοναξιά μετατράπηκε σε κάποιου είδους ελευθερία.

Γενικά χρήματα δεν είχα, οπότε έπρεπε να βρω τρόπους να συνεχίσω αυτό που με έκανε ευτυχισμένο. Δούλευα όπου μπορούσα και άρχισα να μειώνω κι άλλο τις ανάγκες μου. Ένα μεσημέρι, βρισκόμουν στο Ριο Ντε Τζανέιρο, οριακά χωρίς λεφτά, και κοιτούσα ένα ζευγάρι να τρώει και να γελάει. Μπορούσα να κάτσω και εγώ εκεί, όμως ήταν ακριβά για το μπάτζετ μου, που σημαίνει ότι αν έτρωγα θα μειωνόντουσαν τα μέρη που θα μπορούσα να πάω τελικά. Κάποια στιγμή σταμάτησαν να τρώνε. Τότε μου μπήκε μια ιδέα που δεν υπήρχε καμία περίπτωση να έχω μάθει από τον οικογενειακό μου ή ευρύτερο κύκλο. Τα πιάτα τους ήταν μισοφαγωμένα και λαχταριστά. Αυτοί ήταν έτοιμοι να φύγουν. Πήγα από πάνω τους, και ευγενικά τους ρώτησα αν έχουν τελειώσει. Νόμιζαν πως δουλεύω στο μαγαζί και μου απάντησαν ναι. Πήρα τα πιάτα τους, έκατσα στο δίπλα τραπέζι και έφαγα φανταστικά. Το φαγητό δεν πετάχτηκε, εκείνοι γέλασαν και τελικά κάναμε παρέα και ο σερβιτόρος μου είπε μπράβο. Ξαφνικά το φαγητό ήταν δωρεάν, και εγώ μπορούσα να πάω σε ακόμα πιο πολλά μέρη. Έμαθα χιλιάδες τέτοιους τρόπους να υπάρχω στον κόσμο, και κατάλαβα πως όπου υπάρχουν άνθρωποι, μη φοβάσαι.

Είναι πολλά τα πράγματα που έμαθα όμως θα σταματήσω εδώ. Όποιος θέλει μπορεί να με βρει να συζητήσουμε. Άλλωστε αυτό είναι και το νόημα, η επαφή. Βρες με.


Duality – Στυλιανός Παπαρδέλας, παρουσίαση στον πολυχώρο Πλαγκτόν: Σερβίων 8, Βοτανικός, Παρασκευή 18 Νοεμβρίου στις 21.00, 21.00, είσοδος ελεύθερη
 
εμφάνιση σχολίων