0
1
σχόλια
691
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
Αποσπάσματα από την συλλογή Υπερώον που γράφτηκε το 1985
 
DOCTV.GR | ΦΩΤΟ: GEORGE DESIPRIS, Pexels
6 Φεβρουαρίου 2020
Από τη συλλογή ποιημάτων του Γ. Ρίτσου, Υπερώον, εκδ. Κέδρος. «Η συλλογή Υπερώον, μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση. Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια. Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση.» -Έρη Ρίτσου
 

«Ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα»  

Προσέγγιση
Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες, για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ’ το παράθυρο,
όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει όλους
ανεξαιρέτως διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Ο ωραίος δραπέτης
Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι στο μέγα δάσος,
άοπλος κυνηγός, φορώντας τις λευκές σου μπότες.

Παραπλανητικό
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας.
Πόσες διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.
Η νύχτα διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη.
Κι εσύ, απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου, έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

Χώρος απορριμμάτων
Πίσω απ΄ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο, έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

Επιτέλους
Πριν από εσένα ήσουν εσύ; Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;».
Έτσι πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».

Διείσδυση
Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα ‘δες απ΄την κλειδαρότρυπα-
λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν να περπατάς ξυπόλητος μη σ΄ακούσουν.

Το αδιάβατο
Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν.
Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο, ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα μας σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.

Δημόσιο πάρκο
Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι.
Τα γόνατά της λάμπουν ωραία.
Όμως, προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

Υαλουργεία
Οι φούρνοι των υαλουργείων.
Φλόγες, διαθλάσεις, κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα, τα δίδυμα άλογα.
Σχήματα οικεία-μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους, πραγματωμένη διαφάνεια.
Πρόσεχε -είπε- αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη, η προδοτική.

Τ’ άσπρα βότσαλα
Ετούτα τ΄άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι λάμπουν στον ήλιο.
Κανένας δε μαντεύει από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν.
Κανένας δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες καταδύσεις τ’ ανέβασες.
Με τι στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων.
Γι΄αυτό λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν΄αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.


Ο Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909 - 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής ποίησης. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα, μελέτες, μεταφράσεις, χρονογραφήματα. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ, το οποίο δεν πήρε, διότι θεωρήθηκε στρατευμένος ποιητής (δηλαδή ήταν μέλος του ΚΚΕ). Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίoυ Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Άλλα σημαντικά βραβεία που απέσπασε είναι το Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης (Βέλγιο, 1972) και το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956).


Διαβάστε επίσης:
Ρίτσος: «Ίσως να’ναι κι έτσι»
Ρίτσος: Κι εσύ να λείπεις
εμφάνιση σχολίων