0
1
σχόλια
912
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
«Ότι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί είναι να περάσουμε πλάι από την ευτυχία μας δίχως να την αναγνωρίσουμε» -Πασκάλ Μπρυκνέρ
 
DOCTV.GR
20 Ιουνίου 2019
Ένας άντρας και μια γυναίκα ξανασυναντιούνται κατά τύχη σε ένα φιλικό σπίτι, μετά την πρώτη τους συνάντηση πριν από δέκα χρόνια. Ο άντρας, ο Τζων Μάρτσερ, από πολύ νέος ακόμα ένιωθε πως ήταν σημαδεμένος από τη μοίρα «για μια εξαίσια και τρομερή πιθανότητα την οποία προαισθανόταν με βεβαιότητα». Αυτό το απρόβλεπτο πράγμα τον περίμενε κρυμμένο «ανάμεσα στις πτυχώσεις και τις πτυχές των μηνών και των χρόνων, σαν ένα άγριο θηρίο φωλιασμένο μες στη ζούγκλα». Θα πηδούσε επάνω του κάποια στιγμή, αρκούσε να ήταν προετοιμασμένος γι ‘ αυτό.

Προτείνει στη νέα γυναίκα, Μαίρη Μπάρτραμ, να περιμένει πλάι του αυτό το εξαιρετικό συμβάν. Όντας ένας εκλεκτός, δεν φοβάται μην καταποντιστεί μες στην κοινότοπη ανθρωπότητα, το μυστικό που φυλάει μες στα μύχια του εαυτού του τον κάνει να μη μοιάζει με κανέναν άλλον.

Τα χρόνια κυλούν, ο άντρας και η γυναίκα γερνούν μαζί, πάντα σε κατάσταση επιφυλακής. Μια μέρα «η θαυμαστή φίλη» πέφτει άρρωστη. Πριν πεθάνει, εμπιστεύεται στον άνδρα της: «Δεν έχεις πια να περιμένεις τίποτα. Το πράγμα συνέβη». Μες στο νεκροταφείο όπου είναι θαμμένη η Μαίρη Μπάρτραμ, ο Τζων Μάρτσερ συναντά κατά τύχη έναν νεαρό χήρο, καταρρακωμένο από το πρόσφατο πένθος του. Εντελώς ανεξήγητα ζηλεύει τη θλίψη του, «τη θαμπωτική βιαιότητα της οδύνης του».
 

«Να την είχε αγαπήσει, αυτή θα ήταν η διέξοδος και τότε θα είχε ζήσει» (…) Όμως, εντοιχισμένος μες στην ψύχωσή του, απόμεινε αυτός «στον οποίο δεν θα συμβεί ποτέ τίποτα»      

«Τι άραγε είχε στη ζωή του αυτός ο νεαρός που η απώλειά του τον έκανε να υποφέρει τόσο πολύ κι εντούτοις να εξακολουθεί να ζει;». Ξαφνικά ο Τζων Μάρτσερ καταλαβαίνει πως το θηρίο μέσα στη ζούγκλα είχε το πρόσωπο εκείνης της γυναίκας και πως την είχε αγνοήσει. «Να την είχε αγαπήσει, αυτή θα ήταν η διέξοδος και τότε θα είχε ζήσει». Να της ανταπέδιδε τη στοργή. Όμως, εντοιχισμένος μες στην ψύχωσή του, απόμεινε αυτός «στον οποίο δεν θα συμβεί ποτέ τίποτα».

Υπέροχο επιμύθιο του Τζαίημς: πράγματι ότι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί είναι να περάσουμε πλάι από την ευτυχία μας δίχως να την αναγνωρίσουμε: να περιμένουμε ένα θαυμαστό συμβάν που, κάποια μέρα, θα δικαιώσει ολόκληρη την ύπαρξή μας, δίχως να αντιλαμβανόμαστε πως το θαύμα υπάρχει μέσα στο συμβάν που βιώνουμε.
 

Οι χαμένες ευκαιρίες: μια λέξη που δεν προφέρθηκε, ένα χέρι που δεν απλώθηκε, μια χειρονομία που πήγε να γίνει αλλά τελικά δεν ολοκληρώθηκε

Να πιστεύουμε πως η ζωή μας, που για την ώρα δεν είναι παρά μια συγκεχυμένη κατάσταση, σύντομα θα αποκτήσει μια φοβερή ένταση: εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αναβολή των ηδονών, που μοιάζει αλλόκοτα με τη θρησκευτική άσκηση. Λες και ύστερα από μια προϊστορία εντελώς πεζή, θα πρέπει να ακολουθήσει μια μεταμόρφωση, ένα οριστικό σβήσιμο της ανθρώπινης μιζέριας.

Οι χαμένες ευκαιρίες: μια λέξη που δεν προφέρθηκε, ένα χέρι που δεν απλώθηκε, μια χειρονομία που πήγε να γίνει αλλά τελικά δεν ολοκληρώθηκε, τόσες στιγμές που, από φόβο, από δειλία, δεν μεταστρέφουμε τη μοίρα μας. Πάρα πολύ νωρίς, πάρα πολύ αργά: υπάρχουν ζωές που μένουν εξ ολοκλήρου αφιερωμένες στο ανεισάκουστο, το ανεκπλήρωτο.

Αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει, αυτό που δεν έγινε: μερικοί αρκούνται σε αυτή την παρωχημένη δυνητικότητα κι ο καθένας μας θα μπορούσε να γράψει την ιστορία των ανεκπλήρωτων πεπρωμένων του που τον ακολουθούν σαν φασματικές πιθανότητες.
 

«Κοίτα το πρόσωπό μου, το όνομά μου είναι Αυτό που θα Μπορούσε να Συμβεί. Με αποκαλούν επίσης Ποτέ πια, Πολύ αργά, Αντίο»      

Ο Μπρασσάι αφηγείται πως στα 22 του χρόνια ο Μαρσέλ Προυστ παθιάστηκε με έναν έφηβο, γιο κάποιου ανώτερου κρατικού λειτουργού της Γενεύης. Πίσω από τη φωτογραφία που ο νεαρός έδωσε στον Προυστ ήταν γραμμένη η ακόλουθη αφιέρωση, παρμένη από ένα σονέτο του προραφαηλίτη Άγγλου ζωγράφου Ντάντε Γκάμπριελ Ροσσέτι: “Look at my face; my name is Might Have Been, I am also called No More, Τoo late , Farewell” («Κοίτα το πρόσωπό μου, το όνομά μου είναι Αυτό που θα Μπορούσε να Συμβεί. Με αποκαλούν επίσης Ποτέ πια, Πολύ αργά, Αντίο»).

Η κάθε ζωή είναι μοναδική, γι ‘ αυτό και απορρίπτει, αποκλείει κάποιες άλλες. Η μάλλον βασίζεται σε ένα έγκλημα: τον φόνο των δυνητικοτήτων που σκότωσε μη αφήνοντάς τες να αναπτυχθούν. Κι όσο κι αν ξέρουμε πως την κάθε στιγμή μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα νέο ξεκίνημα, πως το παιχνίδι δεν τελειώνει μέχρι την τελευταία μας ώρα, το κάθε συμβάν είναι μοιραίο: αυτό που συμβαίνει διαγράφει κάποια άλλα ενδεχόμενα. Και για εκείνους που δεν έχουν την εύνοια μιας δεύτερης ευκαιρίας, για εκείνους που η ιστορία «δεν τους δίνει ένα δεύτερο ραντεβού», αρχίζει τότε η περίοδος της ένδειας από δυνατότητες. Τα χέρια παύουν να απλώνονται προς αυτούς, ο δρόμος μπροστά τους δεν διακλαδίζεται πια, παραμένει απελπιστικά ίσιος και μονότονος.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η αέναη ευφορία.εκδ. Αστάρτη. Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους συγγραφείς. Γράφει εναλλάξ μυθιστορήματα και δοκίμια, αρθρογραφεί στο Νουβέλ Ομπσερβατέρ, είναι διδάκτωρ της φιλοσοφίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού και διδάσκει ως καθηγητής επισκέπτης σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Συμμετείχε στον αναβρασμό του Μάη του ’68, τα ψέλνει εμμονικά στις φεμινίστριες και στην Ευρώπη που επαναπαύεται στον λήθαργό της κι έχει γράψει δοκίμια για την αέναη ευφορία της Δύσης και μια σειρά από τα σύγχρονα σύνδρομα που, όπως όλα δείχνουν, μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης από τους Έλληνες αναγνώστες και ο ίδιος επισκέπτεται συχνά τη χώρα μας. Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του, ξεχωρίζουν Τα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα, Το Θείο Βρέφος, Η Μελαγχολική Δημοκρατία και η Αέναη Ευφορία.


Διαβάστε επίσης:
Μπρυκνέρ: Το παράδοξο του
Μπρυκνέρ: Απόλυτη Ελευθερία 
Μπρυκνέρ: Η ζωή της έκπληξης
εμφάνιση σχολίων