«Αν γυρίσει, πρέπει να ‘σαι καθαρή και έτοιμη. Έτοιμη για μια νέα αρχή. Κι αν δεν έρθει, πάλι έτοιμη πρέπει να ‘σαι». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΡΕΚΒΙΕΜ
28 Σεπτεμβρίου 2013
Ναι, δεν τα πηγαίνατε καλά τελευταία, δεν περνάγατε καλά. Αλλά εσύ δεν ήθελες να φύγεις, μάλλον δε θα ‘φευγες ποτέ. Δεν ήθελες να φύγει ούτε αυτός. Δε μπορείς να το δεχτείς. Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό, αφού σ’ αγαπάει, αφού το βλέπεις ότι σ’ αγαπάει, αφού το ξέρεις, ξέρεις πότε ο άλλος σ’ αγαπάει. Σου λέει πως δεν έδειχνες αρκετό ενδιαφέρον το καλοκαίρι, δεν έκανες σοβαρή προσπάθεια, όπως είχες πει, δεν τον στήριξες και τα μάτια του δακρύζουν. Γιατί κλαις, αγάπη μου, αφού σ’ αγαπάω, μην κλαις. Του χειμώνα δεν τα θυμήθηκε καν. Ή δεν θέλησε να σ’ τα αναφέρει. Έκανες πολλά. Ανέχτηκε πολλά. Το παράκανες. Τα θεωρούσες όλα δεδομένα. Κανείς όμως δεν είναι δεδομένος και τίποτα σ’ αυτήν τη ζωή. Συνειδητοποιείς ότι τελικά εσύ έφταιγες. Πάντα φταίνε και οι δυο βέβαια, αλλά κάποιος πιο πολύ. Και τώρα δε διορθώνεται τίποτα πια, όσο κι αν θες, όσο κι αν παρακαλάς. Τώρα τέλειωσε. Άργησες.
Εσύ. Εσύ πολύ περισσότερο. Καλά να πάθεις. Ειλικρινά περίμενες να σε πιστέψει αυτή τη φορά ότι θα αλλάξεις; Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, έπρεπε να το περιμένεις. Και μισείς τον εαυτό σου και θες να τον ξεσκίσεις. Σκίζεις το δέρμα να τρέξει το αίμα. Να βγει έξω η ζωή. Θες να σπάσεις τα κόκαλα. Είσαι άσχημη, άσχημη εσωτερικά. Το βγάζεις και εξωτερικά. Μαύροι κύκλοι, κόκκινα μάτια, κουρασμένο σώμα, αργό περπάτημα, μίζερο. Σέρνεσαι. Ασχήμια.
Η θλίψη σε καταβάλλει, η δύναμη της απώλειας σε ξεπερνά. Το φαγητό δεν έχει γεύση, τίποτα δεν έχει νόημα. «Δε θα το ξεπεράσω ποτέ, ποτέ». Οι φίλοι προσπαθούν, αλλά δεν καταλαβαίνουν απόλυτα. Ίσως και να καταλαβαίνουν μερικοί. Αλλά η δική σου περίπτωση είναι αλλιώς, είναι πιο δύσκολη, είσαι πεπεισμένη. «Άσε τους να πιστεύουν ό,τι θέλουν, ότι θα το ξεπεράσω. Ας προσπαθήσουν να με βοηθήσουν».
Χθες βράδυ ξύπναγες συνέχεια. Όλο έβλεπες όνειρα που σε επηρέαζαν. Ένα μάλιστα σε τρόμαξε και σε προβλημάτισε πολύ. Ήσουν, λέει, με μια παρέα φίλων των οποίων τα πρόσωπα δε θυμάσαι και ξαφνικά σηκώθηκες να πας στο βιβλιοπωλείο απέναντι. Για να φτάσεις, έπρεπε να διασχίσεις ένα χωράφι, στη μέση του οποίου, ευθεία μπροστά σου, υπήρχε ένας λάκκος με ένα μακρόστενο αυτοσχέδιο πέρασμα από πάνω του, σαν γέφυρα, φτιαγμένο από μια λεπτή στρώση χώματος. «Αυτό το πράγμα δεν κρατάει με τίποτα», σκέφτεσαι. Χωρίς δεύτερη σκέψη πας να περάσεις από ‘κει. Τόσο χωράφι γύρω με σταθερό έδαφος, αλλά όχι, εσύ θα πας απ’ το λάκκο, για να γλιτώσεις μισό λεπτό δρόμο. Γι’ αυτό;
Ξεκινάς να περπατάς, δεν προλαβαίνεις να φτάσεις στη μέση και το αυτοσχέδιο γεφυράκι καταρρέει και πέφτεις μέσα στο λάκκο. Σηκώνεσαι και συνειδητοποιείς ότι το βάθος του είναι μεγαλύτερο απ’ το ύψος σου και δεν υπάρχουν σημεία στα τοιχώματα να στηριχτείς για να σκαρφαλώσεις. Τότε καταλαβαίνεις… Είναι λάκκος για τάφο. Το όνειρο μόλις μπήκε στο κλαμπ με τους εφιάλτες. Πανικοβάλλεσαι. Η σκέψη που δεν κάνεις και αιωρείται στην ατμόσφαιρα του ονείρου: Αν δε βγεις, θα σε θάψουν εδώ. Προσπαθείς να σκαρφαλώσεις, αδύνατο. Η σκέψη που κάνεις. «Δε θα ‘ρθει να με σώσει». Φόβος. Φόβος γιατί θα πεθάνεις; Φόβος γιατί δε θα ‘ρθει εκείνος να σε σώσει; Μα γιατί την έκανες αυτή τη βλακεία; Γυρνάς το κεφάλι σου να δεις. Ήρθε; Ήρθε. Τρομακτικό όνειρο πραγματικά. Με το που ξυπνάς (για άλλη μια φορά), απελπισία.
Γιατί στην πραγματικότητα δε θα ‘ρθει να σε σώσει, αν πέσεις στο λάκκο, αν πέσεις σε κανενός είδους λάκκο. Μάλιστα δε θα μάθει καν ότι κινδυνεύεις να θαφτείς ζωντανή, γιατί δεν επικοινωνεί μαζί σου και δε σ’ αφήνει να επικοινωνήσεις ούτε εσύ μαζί του. Μα πώς αντέχει να μη στέλνει ένα μήνυμα; Ένα «σ’ αγαπάω», ένα «τι κάνειςς», ένα «ελπίζω να είσαι καλά», μια τελεία.
Αναρωτιέσαι πώς αντέχουν οι άνθρωποι να κόβουν κάθε επαφή μαχαίρι,όταν χωρίζουν με κάποιον που ήταν καιρό μαζί. Εν μία νυκτί. Έτσι πρέπει, σου λένε, μόνο έτσι το ξεπερνάς. Μα πώς αντέχετε, χοντρόπετσοι άνθρωποι; Εσύ ποτέ δεν το κατάφερες αυτό. Κι ας ήταν δική σου απόφαση οι χωρισμοί. Δεν το προσπάθησες καν, εδώ που τα λέμε. Και γιατί να το προσπαθήσεις; Δε σταματάς να νοιάζεσαι για το τι κάνει ο άνθρωπος που πέρασες έναν, δύο, πέντε, έντεκα μήνες μαζί μέσα σε μια μέρα. Προς τι τόση πίεση;
Πάρε με ένα τηλέφωνο. Εσύ δεν τολμάς αυτή τη φορά να κάνεις τα ίδια. Δε θέλει να τον παίρνεις τηλέφωνα και να στέλνεις μηνύματα, θέλει να κόψετε κάθε επαφή για να το ξεπεράσετε. Για να ‘ναι πιο εύκολο και για τους δύο. Σκατά πιο εύκολο είναι για σένα. Αλλά προσπαθείς να το σεβαστείς, γιατί τον αγαπάς.
Απλά περιμένεις να γυρίσει. Σου ξεκαθάρισε ότι στο άμεσο μέλλον είναι απίθανο να το κάνει. Εσύ πρέπει τώρα να ορθοποδήσεις, χωρίς τη σιγουριά ότι θα γυρίσει. Σου φαίνεται ακατόρθωτο. Πρέπει να διορθώσεις τα λάθη σου και να μάθεις απ’ αυτά. Γιατί τα λάθη μας πρέπει να τα πληρώνουμε. Αν γυρίσει, πρέπει να ‘σαι καθαρή και έτοιμη. Έτοιμη για μια νέα αρχή. Κι αν δεν έρθει, πάλι έτοιμη πρέπει να ‘σαι. Γύρισε κάτω η μέρα κι ακόμα Εσύ να φανείς. Μην κλαις, πουλί μου. Μην κλαις, πουλί μου. Γύρισαν κάτω τόσες μέρες. Πότε θα φανείς; Θα φανείς.
Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2013, 5:55. Λένε πως όταν όλα τα ψηφία της ώρας είναι το ίδιο νούμερο, κάποιος σε σκέφτεται. Μακάρι. Θα φανείς.
εμφάνιση σχολίων