«Ο αναβάτης του παπακίου κρατά με το δεξί χέρι τη μανέτα και με το αριστερό, το χέρι της συνοδηγού». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
DIANA K
20 Σεπτεμβρίου 2013
Κι εκεί που αρχίζουν οι πίσω να με στολίζουν που πάω σαν κότα, το βλέμμα μου συναντά κάτι που μοιάζει με ενα κουβάρι χέρια σφιχταγκαλιασμένα. Μάλιστα. Ο αναβάτης του παπακίου κρατά με το δεξί χέρι τη μανέτα και με το αριστερό, το χέρι της συνοδηγού. Ένα κύμα απέχθειας με διαπερνάει και μου ανακατεύει τα σωθικά. Η νταλίκα αποφασίζει να αλλάξει λωρίδα κι έτσι έχω το δρόμο να προσπεράσω αυτήν την τρυφερή εικόνα αγάπης και να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στη ΙΗ’ Αθηνών. Προσπερνώ με τα μάτια καρφωμένα στο ερωτευμένο ζευγάρι της ασφάλτου. Έχω σκοπό να αφήσω μαζί με το καυσαέριό μου και τη κλασική ατάκα ανωτερότητας που συνηθίζεται στους δρόμους της Αθήνας εν ώρα αιχμής: «Άιντε παλιομαλάκα, άιντε…».
Κι εκεί που ετοιμάζομαι να αμολήσω το δηλητήριό μου, παρατηρώ το εξής. Το ζευγάρι -όχι αφηρημένο, μα βαθιά παρασυρμένο σε έναν κόσμο που όλοι εμείς, ξινοί, αγχωμένοι, με τα μάτια ζαρωμένα από κακία και απογοήτευση, δεν είμαστε παρά ασήμαντα παράσιτα, που αξίζουμε αν όχι τον οίκτο τους, τουλάχιστον την αδιαφορία τους. Σ’ αυτόν τον κόσμο σκέφτηκα, το λιγδιασμένο Χόντα είναι η άμαξα του παραμυθιού, η μπύρα από το περίπτερο το νέκταρ των θεών και η τυρόπιτα του γρηγόρη το κυρίως πιάτο στο εστιατόριο του Μεγάλη Βρετάνια. Σ’ αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου αναρωτήθηκα γιατί δεν είμαι κι εγώ εκεί, όπου το νέφος είναι απλά μια απόχρωση του γκρι πάνω στον καταγάλανο ουρανό της Αθήνας, η Ομόνοια είναι μια άλλη φοντάνα ντι τρέβι , η Αθηνάς μια συμφωνία εξωτικών ευωδιών και η Λιοσίων μια τσουλήθρα που καταλήγει στο μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Αυτή την απρόσμενη περισυλλογή μου διέκοψε -επίσης απρόσμενα- η νταλίκα, η οποία αποφάσισε να αλλάξει πάλι λωρίδα, αυτήν τη φορά όμως αψηφώντας την αμελητέα ποσότητα -εμένα εννοώ. Από την τρομάρα μου, ξέχασα τον εσωτερικό μου μονόλογο και γκάζωσα αστραπιαία να γλιτώσω από το σίγουρο θάνατο. Φτάνω στο φανάρι και πιάνω τον εαυτό μου να αναζητά με την άκρη του ματιού μου το ζευγάρι της ασφάλτου. Προς Θεού, δεν ευχήθηκα να τους έχει πατήσει η νταλίκα (εντάξει, μου πέρασε απ’ το μυαλό), αλλά να, 2-3 γρατζουνιές να τους ξυπνήσει απ’ το όνειρο δε θα ‘ταν κι άσχημες.
Τελικά αντί για το ζευγάρι αντικρίζω δίπλα μου έναν πικραμένο 40άρη πάνω σε ένα επίσης ταλαίπωρο δίκυκλο. Λίγο πριν ανάψει το πράσινο, με κοιτάει με ύφος ειρωνικό και χαιρέκακο. Αυτό το ύφος που συνδυάζει πονηριά και χαριτωμένη κακία, που μόνο ο σωστός ο «έλληνας» ξέρει να αποδώσει. «Εγώ τους δίνω το πολύ 2 μήνες», μου λέει. Χαμογελάει επιδεικτικά κι αφήνει να φανούν 3 επιχρυσωμένα δόντια, κι άλλα τόσα κίτρινα, σχεδόν πορτοκαλί, μη σου πω καφέ. Ανταποδίδω το χαμόγελο και μια ανακούφιση με διαπερνάει.Θέλω να του πω ευχαριστώ, αλλά με προλαβαίνει το πράσινο.
Inside Jokes
εμφάνιση σχολίων