«'Eνα μικρό άσημο νησί που φαντάζει στο μυαλό σαν την αυθεντικότερη γη της επαγγελίας». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΦΩΤΕΙΝΗ Κ. ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ
10 Σεπτεμβρίου 2013
Πρόλαβε και με ξύπνησε το δειλό φως της μέρας και το ανάλαφρο αεράκι που τρύπωνε από τα παραθυρόφυλλα, προφυλάσσοντάς με από τη βαρβαρότητα του ξυπνητηριού. Άφησα το κρεβάτι μου λίγο διστακτικά, αλλά δίχως αμφιβολία ότι η ανταμοιβή αυτού του πρωινού θα ’ταν ανυπέρβλητα γενναιόδωρη απέναντί μου. Ήξερα ότι θα μου χάριζε θησαυρούς: Φως και ήλιο. Θέα απέραντου γαλάζιου που σου κόβει ή σου δίνει ανάσες. Εικόνες και αναμνήσεις για να θωπεύουν το χειμώνα μου. Και λέξεις. Πολλές λέξεις που θα μάζευα στο δίωρο διάβα μου, για να τις βγάζω από τη φαρέτρα μου όταν θα πολεμώ με τη συννεφιά και το σκοτάδι.
Στις επτά το πρωί ήμουν μόνη μου (αλλά όχι μοναχή) στα πότε ανηφορικά και πότε κατηφορικά πλακόστρωτα καλντερίμια του Χωριού της Κιμώλου. Μονόπολη η Κίμωλος, με ακόμα μια πρωτοτυπία μεταξύ άλλων: δεν έχει Χώρα, όπως τα περισσότερα Κυκλαδονήσια, αλλά Χωριό. Δεν έμαθα γιατί. Θα θελα να φαντάζομαι όμως ότι είναι, γιατί ο ήχος της λέξης χωριό είναι πιο «μαλακός», πιο «στρόγγυλος», πιο «οικείος» από αυτόν της λέξης χώρας, κι ας μοιάζουν τόσο.
Ο ομφαλός του νησιού κοιμόταν ακόμα. Το ίδιο και οι κάτοικοί του. Ακόμα και τα ζώα του. Πού και πού άκουγες κάνα γλάρο να κρώζει καθώς έκοβε βόλτες μεταξύ πελάγους και Χωριού, ψάχνοντας και αυτός, ποιος ξέρει τι.
Μια μικρή «παλιομοδίτικη» πολιτεία, κοιμισμένη στη μέση του καλοκαιριού. Εκτός από μια παρέα εφήβων που έπαιζε ποδόσφαιρο φωνασκώντας και γελώντας στην αυλή του σχολείου. Τους άκουγα σίγουρα από πριν τις επτά, χουζουρεύοντας ακόμα στο κρεβάτι, και παραξενεύτηκα που είχαν ξυπνήσει τόσο νωρίς και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Κατευθύνθηκα προς τη γειτονιά του σχολείου, ψηλά σε ένα βράχο στη μια άκρη του (σχεδόν) πεντάγωνου νησιού, με πυξίδα τις άγουρες φωνές τους, για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Αλλά πριν προλάβω να φτάσω στο σχολείο, τους είδα να κατηφορίζουν σαν ένα σμάρι πολύχρωμα πουλιά. Ήταν έφηβα αγόρια και κορίτσια που δεν είχαν προλάβει να κοιμηθούν ακόμα -δεν είχαν προλάβει να ζήσουν αρκετά ακόμα- και το ξημέρωμα τους βρήκε να αγωνίζονται με τα ρούχα της βόλτας σε άλλο γήπεδο, αλλά με την ίδια αχαλίνωτη τρέλα και απαράμιλλη ορμή: αυτή των δεκαεπτά-είκοσι χρόνων τους.
Μου ζήτησαν να τους φωτογραφίσω. Στήθηκαν απέναντί μου, μια ανάκατη αγκαλιά, τόσο αταίριαστη και ταιριαστή συνάμα, όλοι μαζί σαν ένα κουβάρι. Σήκωσα τη φωτογραφική, κεντράρισα το φακό και σαν σκοπευτής εκτελεστικού αποσπάσματος, προσπάθησα να τους πετύχω. Μάλλον δεν κατάφερα και πολλά πράγματα. Πώς να φυλακίσεις σε μια εικόνα τα βλέμματά τους που κοιτούν μακριά προς τον ορίζοντα των ονείρων, κι ας μη μπορέσουν να τον πλησιάσουν ποτέ; Πώς να αιχμαλωτίσεις τη διάθεσή τους που αγγίζει τα ουράνια; Και πώς να απεικονίσεις την καρδιά τους, που χτυπά με εκατομμύρια παλμούς το δευτερόλεπτο, σαν ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει; Άδικος κόπος… Παρ’ όλα αυτά, με ευχαρίστησαν ευγενικά και ίσως λίγο μεθυσμένα. Συνέχισαν το δρόμο τους και εγώ το δικό μου.
Δεν ήξερα πού να στρέψω το βλέμμα. Χαμηλά στη θάλασσα που άστραπτε ή ψηλά στον ουρανό που έλαμπε; Στα ερείπια του κάστρου, που ακόμα στοιχειώνουν τον ύπνο των σύγχρονων πειρατών ή στις μοβ βουκαμβίλιες που έστεκαν περήφανες και πιτσιλούσαν με αυθάδεια τη λευκότητα του τόπου; Δε μπορούσα ούτε να αποφασίσω ποια χρώματα να πρωτοθαυμάσω στα βράχια που έχασκαν αγέρωχα παρακάτω, στις παραλίες των ποδιών του Χωριού και περιμετρικά του σχεδόν οκτάγωνου νησιού. Έστεφα το κεφάλι δεξιά και με ξελόγιαζε το πορτοκαλοκίτρινο από το θειάφι. Έσερνα το βλέμμα μου στα αριστερά και με αποπλανούσε το ασημόλευκο από το ανθρακικό ασβέστιο της κιμωλίας. Και κάπου στο βάθος, όλα τα χρώματα μαζί διεκδικούσαν να με μαγγανεύσουν! Ήταν οι χρωματιστές πόρτες από τα σύρματα που φωλιάζουν στα λαξευμένα βράχια. Εκεί που οι κιμωλιάτες ψαράδες φυλάνε τα ψαροκάικά τους. Εκεί που το κύμα της ανταριασμένης θάλασσας φιλάει τα βράχια.
Μια-δυο ηλικιωμένες γυναίκες, από αυτές που φοβούνται να κοιμηθούν πολύ μήπως και δεν προλάβουν να ξυπνήσουν το επόμενο πρωί και χάσουν τη ζήση τους, ξεπρόβαλαν στο κάδρο μου και δεν τσιγκουνεύτηκαν τη ζεστή καλημέρα. Κάποια από αυτές μου είπε συνωμοτικά ότι ξύπνησε νωρίς για να ετοιμάσει λαδανιές και κολοκυθένιες, τις ντόπιες πίτες της Κιμώλου, για τα δισέγγονά της που θα έρχονταν από την Αμερική το απόγευμα. Κάποια άλλη, βλέποντας το κορίτσι της πόλης να αγκομαχά σε κάποια αγέρωχη ανηφόρα, μου πρόσφερε ένα ποτήρι κρύο νερό και μου θύμισε τις γιαγιάδες των λαϊκών παραμυθιών του Αιγαίου. Ήταν το δικό της καλωσόρισμα στην ξένη.
Όπως ιδιόμορφο είναι και το καλωσόρισμα της Κιμώλου στους επισκέπτες της. Γραμμένο ταπεινά αλλά καθαρά με άσπρο χρώμα στις πλάκες των στενών δρόμων και στους τοίχους εγκαταλειμμένων και κατοικημένων σπιτιών: «Καλώς Ήρχατε»! Όχι «Καλώς Ήρθατε». Γύρεψα να μάθω γιατί «Χ» αντί «Θ», αλλά δεν έλαβα σαφή απάντηση. Ίσως απλά για να θυμάται ο περαστικός επισκέπτης ότι κάποτε στο σύμπλεγμα των Δυτικών Κυκλάδων, στα βορειοανατολικά της φημισμένης Μήλου, έζησε λίγες αληθινές μέρες σε ένα νησί άσημο, που στους χάρτες μοιάζει σαν μια μικρή λευκή πινελιά στο άπειρο του γαλάζιου Αιγαίου και στις αχαρτογράφητες περιοχές του μυαλού φαντάζει σαν την αγριότερη, αλλά συνάμα, την αυθεντικότερη γη της επαγγελίας.
Σε ένα ταπεινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ανήκει σε οικογένεια του νησιού και η φροντίδα του κληροδοτείται από γενιά σε γενιά μαζί με το όνομα και την όποια προίκα, ένα μεσήλικο ζευγάρι προσπαθεί να κρεμάσει κάτι παλιά και μισοσχισμένα σημαιάκια, για να επισημάνει στους περαστικούς που γητεύτηκαν από τα θέλγητρα των κιμώλιων θαλασσών, ότι αύριο ξημερώνει η γιορτή της Μεγαλόχαρης. Σε ένα άλλο ξωκλήσι στην κορφή του Χωριού, άλλη μια οικογένεια τρίβει σύσσωμη, με σχεδόν ιερή προσήλωση, τα λευκά μάρμαρα της μικρής αυλίτσας μιας ακόμα Παναγίας.
Περισσότερες από ογδόντα είναι οι εκκλησίες και τα ξωκλήσια του νησιού. Συναγωνίζονται σε αριθμό με τους κατοίκους και δελεάζουν με την ταπεινότητά τους ακόμα και τους άθεους να ανακαλύψουν την πίστη. Κάποια από αυτά είναι τόσο απέριττα, που δυσκολεύεσαι να τα διακρίνεις από τα σπίτια. Μοναδικό τους στολίδι ο πέτρινος σταυρός στη σκέπη τους. Θυμήθηκα και το τραγουδάκι που η μητέρα μου τραγουδά στα παιδιά μου: «….. Ένα καντήλι μοναχό /
και έναν πέτρινο σταυρό / έχει στολίδι μοναχό / το εκκλησάκι το φτωχό / μα ο διαβάτης που περνά /στέκεται και το προσκυνά ….». Όποιο χέρι κι αν το έγραψε, τέτοια εκκλησάκια πετάριζαν στα ματιά του.
Πέρασα και δυο και τρεις φορές από το κάθε στενό, από φόβο μήπως αφήσω καλντερίμι απάτητο, μυστική γωνιά αθώρητη και ομορφιά αθαύμαστη. Και καθώς η ώρα είχε πλέον πάει εννιάμιση και βήματα βαριά ή καλημέρες τραγουδιστές ακούγονταν τριγύρω, αποφάσισα να αποχωρήσω. Ήθελα, βλέπεις, να αιχμαλωτίσω μέσα μου εικόνες γαλήνιες και σιωπηλές, γυμνές από περιττούς ήχους, που μόνο όταν εγώ θα ένιωθα την αδήριτη ανάγκη να τις απελευθερώσω (όπως σήμερα), θα τις πρόσφερα φωνή, πνοή, ζωή μέσα απ’ τις λέξεις μου.
Κοντοστάθηκα, όμως, σε μια έξοδο του Χωριού, γιατί δε μπόρεσα να αντισταθώ άλλο στην παιδαριώδη παρόρμηση να διαβάσω φωναχτά αυτό που συνάντησα δεκάδες φορές στον περίπατό μου, γραμμένο και ζωγραφισμένο στις πιο κρυφές, στις πιο όμορφες, στις πιο ταπεινός γωνίες του Χωριού: «Κίμωλό μου, Παράδεισό μου»…
Και τότε ζήλεψα τόσο βαθιά τους κιμωλιάτες, που δεν κατάλαβα αν η φωνή μου ακούστηκε σαν ύμνος ή σαν προσευχή, σαν κραυγή ή σαν ξόρκι, σαν τραγούδι ή σαν παραλήρημα. Πάντως, η Αρζαντιέρα δε σιάχτηκε από την ηχώ της φωνής μου. Εκείνη είχε μάθει να μη φοβάται τίποτα, ούτε ακόμα και τους πειρατές που την πολιορκούσαν κάποτε ανελέητα για να κλέψουν την ασημένια λάμψη της. Η Εχινούσα δεν ταράχτηκε από τον τόνο της φωνής μου. Ήταν βλέπεις, γέννημα θυμού ηφαιστείων και δεν φοβήθηκε τη δικιά μου μικρόχαρη έκρηξη.
Θαρρώ μονάχα ότι έτσι όπως μαστίγωνε ο ήλιος με τις χρυσαφένιες ακτίνες του τα χορτασμένα μάτια μου, είδα απέναντι ένα αόρατο χέρι να γράφει με κιμωλία πάνω στις ηλιοκαμένες πέτρες: Θα ξανάρθεις..
εμφάνιση σχολίων