«Είσαι η μόνη που δε γερνάς, γιατί λείπεις. Ο χρόνος σαρώνει μόνο εκείνους που μένουν στατικοί». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ
4 Σεπτεμβρίου 2013
Βρίσκεις ένα παλιό ημερολόγιο. Κοιτάς στο τέλος για τηλέφωνα που είχες σημειώσει φίλων και γνωστών. Φοβόσουν μη χάσεις το κινητό και δεν έχεις τρόπο να επικοινωνήσεις μαζί τους. Τώρα έχεις χαθεί με όλους σχεδόν. Με τόσες απουσίες που κουβαλάς θα έπρεπε το κορμί σου να είναι άδειο.
Βόλτα στην μικρή πόλη. Οι παλιοί σου καθηγητές έχουν γεράσει. Δε σε αναγνωρίζουν. Οι συμμαθητές σου, τεραστίων διαστάσεων, χωρίς μαλλιά. Τους ακολουθούν κάτι μικροί άνθρωποι που τους μοιάζουν, κλαίνε και ζητάνε γάλα. Ο σωματότυπός σου πάνω κάτω ίδιος, τα μαλλιά χωρίς άσπρες τρίχες. Είσαι η μόνη που δε γερνάς, γιατί λείπεις. Ο χρόνος σαρώνει μόνο εκείνους που μένουν στατικοί. Εσύ δεν είσαι εδώ να παρατηρήσεις την εξέλιξη της φθοράς. Βλέπεις μόνο το αποτέλεσμα κάθε που επιστρέφεις.
Είδες ένα παράξενο όνειρο χθες το βράδυ. Ένα νέο σπίτι στο Λονδίνο, έμοιαζε με τη φοιτητική εστία στην Κοζάνη. Το υποσυνείδητό σου αναμειγνύει εικόνες από διάφορους τόπους και χρόνους. Τι θέλει να σου πει; Δεν έχεις ιδέα. Πάντα ήθελες να είσαι σαλιγκάρι. Να κουβαλάς το σπίτι σου στην πλάτη σου. Τώρα βλέπεις όλους τους άλλους οργανισμούς που έχουν σπίτια, σκυλιά, γατιά και ζηλεύεις; Αλήθεια ζηλεύεις; Ξέρεις πως είναι μια ζωή που δεν αντέχεις. Τότε τι ζηλεύεις;
Συναντάς μια παλιά συμμαθήτρια. Πίνετε καφέ. Βρίσκεις κάποιο σημείο επαφής. Έχετε κάποιες ομοιότητες. Λείπει και εκείνη, όχι τόσο μακριά όσο εσύ. Θέλει να γυρίσει. Εσύ φοβάσαι. Μικρή ένιωθες εξωγήινη σε τούτο τον τόπο. Τώρα απλά συνήθισες και δε νιώθεις τόσο ξένη. Αυτό δε σημαίνει πως μπορείς να ενσωματωθείς. Πάντα ήσουν απούσα. Περίμενες να ζήσεις μια άλλη ζωή. Ήταν σαν να περίμενες να σε φωνάξουνε για κάτι. Να σου πουν πως ήρθε η σειρά σου. Στην αρχή έκανες προπόνηση για να είσαι σε φόρμα. Με το πέρασμα του χρόνου, σκούριασες στον πάγκο περιμένοντας.
Η Ελλάδα σκοτώνει τα παιδιά της, σκέφτεσαι. Είσαι ένα σκοτωμένο παιδί. Το πτώμα σου περιφέρεται στο εξωτερικό ζητώντας να αναστηθεί. Κατέβηκες από το σταυρό, μάζεψες τα λιγοστά σου υπάρχοντα και έφυγες. Σε πονάνε ακόμα τα σημάδια από τα καρφιά. Δεν κατάφερες ποτέ να διαχειριστείς το χρόνο σωστά. Ήσουν τσιγκούνα με όσους σου ζήτησαν, και σπάταλη με εκείνους που δεν ήθελαν να πάρουν. Και τώρα τι κάνουμε; Αναρωτιέσαι. Μήπως είχε δίκιο ο Κοέλιο; Μήπως ο προσωπικός σου θησαυρός βρίσκεται δίπλα σου κι εσύ έκανες το γύρο της Γης ψάχνοντάς τον; Μπα… Πάντα το βαριόσουν αυτό το βιβλίο, έμοιαζε πολύ παραμυθένιο για να είναι αληθινό.
Γυρίζεις γύρω γύρω στην πλατεία με τους Φοίνικες. Δεν έχεις ραντεβού με κανέναν, ποιον περιμένεις; Ώρα τώρα. Έχεις κάνει τόσα χιλιόμετρα, έχεις αλλάξει πόλεις, σπίτια. Το σημείο αναφοράς σου όμως είναι τούτος ο μικρός τόπος. Στο παραδοσιακό γλέντι πίνεις ρακή για να χαλαρώσεις. Τα δάχτυλά σου είναι σφιγμένα. Κοιτάς τα πρόσωπα στο μεγάλο τραπέζι. Γελάνε, τραγουδάνε. Χαίρονται για το μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα. Τι παράξενο μωρό. Γελάει χωρίς λόγο και με το παραμικρό ίχνος μουσικής χορεύει. Κάπως έτσι θα έπρεπε να ζεις τη ζωή σου. Τι ξέχασες μεγαλώνοντας; Το ρήμα «ξέχασα» κρύβει μέσα του ένα ολόκληρο «έχασα».
Τυλίγεις σε εφημερίδες ένα παλιό σερβίτσιο της μητέρας σου. Το προσφέρεις σε στενούς συγγενείς. Τούτο το σπίτι δε φιλοξενεί πια μεγάλες παρέες και γλέντια μέχρι πρωίας. Αράχνες, κατσαρίδες και διάφορα μικροζωΰφια επεκτείνουν τους οικισμούς τους στα κλειστά ντουλάπια και στους αρμούς. Σε πονάει η φθορά. Σε πονάει η απουσία των κοντινών σου ανθρώπων.
Κάποτε δενόσουν με τα αντικείμενα. Έχεις ακόμα φυλάξει ένα χάρτινο ψαράκι που είχε φτιάξει ένας συμμαθητής σου, ο Γιώργος, στο Λύκειο. Πέρασαν έντεκα χρόνια. Το βλέπεις και συγκινείσαι. Τώρα δεν κρατάς τίποτα. Τα απαραίτητα ρούχα και προσωπικά αντικείμενα είναι υπέρ αρκετά. Είναι ήδη μεγάλο το βάρος του ανθρώπινου παράγοντα στο μυαλό σου και δεν υπάρχει χώρος για αναμνηστικά αντικείμενα. Τι είναι αυτό που μας κάνει να επιθυμούμε τους άλλους; Πού χάνονται οι άνθρωποι όταν δεν είναι πια στη ζωή μας; Η απουσία τους σαν επάρατη νόσος εξολόθρευσε τα τρυφερά σου κύτταρα.
Πακετάρεις. Φυλάσσεις μαγιό και πετσέτες στη ντουλάπα. Τώρα πάλι του χρόνου, το άλλο καλοκαίρι. Ρίχνεις μια ματιά στη βιβλιοθήκη σου. Έχεις καταφέρει μέσα σε έξι ράφια και τρία ντουλάπια να αποθηκεύσεις όλο το παρελθόν σου. Το αφήνεις πάλι εδώ. Εδώ που είναι το σημείο αναφοράς σου. Και φεύγεις.
Από πού είσαι; Από ένα ζεστό μέρος που οι άνθρωποι είναι πρόσχαροι και μελαγχολικοί. Η ρακή δεν είναι εφεύρεση ψυχαγωγίας. Είναι σύμμαχος. Πίνεις για να σκεφτείς, να ηρεμήσεις, να ξεχάσεις. Πού πας; Δεν ξέρεις ακόμα. Πέτρα που κυλά δε χορταριάζει, πίστευες παλιά. Κυλάς, αλλά η όρασή σου περιορίζεται από τα χόρτα γύρω σου. Δεν πειράζει…
Κάπου θα φτάσεις. Αρκεί να μην πνίγεις στο άγχος για εισιτήρια, ξενοδοχεία και δρομολόγια. Θα είναι άραγε τίποτα ίδιο όταν επιστρέψεις; Εσύ, πώς θα είσαι; Βιαστικά φιλιά, αγκαλιές. Συγκρατημένα δάκρυα, «Στο επανιδείν!». Τι ανόητη φράση. Ούτε εσύ θα έχεις ίδια μάτια, ούτε εκείνοι που θα αντικρίσεις θα είναι ίδιοι.
εμφάνιση σχολίων