«Ήταν ερωτευμένη -και όταν ερωτεύεσαι, δεν προλαβαίνεις να αναζητήσεις αλήθειες στην ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΣΟΦΙΑ ΑΥΓΕΡΙΔΟΥ
13 Ιουλίου 2013
Φεβρουάριος, μήνας λειψός και ανέντιμος. Βιβλιοθήκες, επικίνδυνοι χώροι -ζουν φαντάσματα, ξωτικά, δαίμονες, θεωρίες και ιδέες. Αυτή έπρεπε να το ξέρει, οι βιβλιοθήκες εξαναγκάζουν τις ιδέες να μείνουν ερμητικά κλεισμένες σ’ ένα βιβλίο όπως και σ’ ένα μυαλό.
Η Αυγή ήταν γεννημένη για να γίνει ποιήτρια -έτσι πίστευε τουλάχιστον. Μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο. Ήταν ευτυχισμένη -γιατί διάβασε, διάβασε, διάβασε. Κι ήρθε εκείνο το απόγευμα στη βιβλιοθήκη που δεν έμεινε τίποτα να θυμάται -όλες οι Αγγλίες κι οι Αμερικές είχαν κρυφτεί καλά σε 7 βιβλία. Όλοι οι Μποντλέρ πρόλαβαν να ζητήσουν ασυλία στο Καρτιέ Λατέν.
Ο Φάνης ήξερε πολλά για τη Γαλλία. Είχε σπουδάσει βέβαια τα αγγλικά, όπως κι η Αυγή. Έτσι γνωρίστηκαν, στη βιβλιοθήκη της σχολής, κοιτάζοντας κι οι δυο την ίδια αφίσα -δε θυμάμαι τι ακριβώς έγραφε, μόνο ότι είχε μια φωτογραφία μιας παραλίας με χρυσαφένια άμμο. Αυτός ήθελε να γίνει διερμηνέας ή ζωγράφος. Οι γλώσσες ήταν γι’ αυτόν μηχανή επιβίωσης, όχι επικοινωνίας. Μηχανικά λόγια, βγαλμένα από το μεγάλο, σκονισμένο λεξικό που είχε δίπλα στο κρεβάτι του, στο οποίο έβρισκαν καταφύγιο όλες οι γλώσσες του κόσμου, ακόμα κι αυτή που μιλιέται μόνο από δυο ανθρώπους, με την προϋπόθεση πως οι ομιλητές ασπάζονται τον έρωτα.
Αμφιβολία. Σημάδι νόσου: Μάρτης. Πήραν δυο κλωστές, κόκκινη και άσπρη, κι έκλεισαν στα χέρια τους δυο ευχές. Περίμεναν έναν ολόκληρο μήνα για να δουν τα πρώτα χελιδόνια που θα πραγματοποιούσαν τα όνειρά τους. Τα είδαν σ’ ένα μαγαζί στο λιμάνι. Η Αυγή λάτρευε τη θάλασσα και τη ζεστή σοκολάτα-πορτοκάλι. Ένας ήρωας γίνεται πιο αληθινός, όταν ο δημιουργός του περιγράφει τις γεύσεις που του αρέσουν -ο ήρωας γίνεται πιο ιδιότροπος κι έτσι παύει να είναι χαρακτήρας σε ένα βιβλίο.
Ο Φάνης της είπε ότι είναι όμορφη -και μετά της μιλούσε για τον Φρόιντ. Της ζητούσε να συμφωνήσει πως ο Φρόιντ ήταν ένας αποτυχημένος. «Ήταν;» αναρωτιόταν κι αυτός. Αμφιβολία, δείγμα ψυχαναγκασμού. Αυτή όμως σκεφτόταν (ακόμα!) το αν όντως ήταν όμορφη. Ήταν ερωτευμένη -και όταν ερωτεύεσαι, δεν προλαβαίνεις να αναζητήσεις αλήθειες στην ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.
Φιλί: Μέσα Απρίλη. Μήνας του ψέματος, του δικαιολογημένου. Στον καναπέ: «Είσαι τόσο κοντά μου, γιατί θες να με φιλήσεις!» είπε ο Φάνης. Ένα βράδυ ιδρώτα και αμαρτίας ακολούθησε. Γιατί αυτό ήταν το σεξ για αυτόν -κάτι βρόμικο και προσβλητικό, κάτι απαγορευμένο, κάτι σαν το μήλο της Εύας. Τα χάπια στο τραπέζι, που περίμεναν καρτερικά να λεηλατήσουν το στόμα που η Αυγή φιλούσε, ήταν το αντίδοτο στο μήλο. Έπρεπε να ξεφύγει και να διαπράξει το μεγαλύτερο αμάρτημα, τον έρωτα (ή όχι;).
Η Αυγή ήταν ποιήτρια -πιο καλή από μένα. Κατάφερα κι έκλεψα μια σελίδα από το ημερολόγιό της. Κρατούσε πάντα ημερολόγια, χαντακωμένα σε ένα κουτί που ποτέ εδώ και 22 χρόνια δεν παρατήρησα τι σχέδια και τι λέξεις ξεκουράζονταν πάνω του. Βρήκα εκείνο το φιλί, βαλσαμωμένο στις λέξεις της. Το παραθέτω:
«Σε ρώτησα γιατί πιστεύεις ότι θέλω να σε φιλήσω. Μου είπες: “Είσαι στο χώρο μου”. Σε πλησίασα και σε ρώτησα αν είσαι κι εσύ στο δικό μου χώρο. Είπες ότι είμαστε ο ένας στο χώρο του άλλου. Έμεινα κοντά σου, ένιωθα την ανάσα σου, μα μετακινήθηκα προς τα πίσω λιγάκι. “Τώρα είμαστε στα όρια”, είπες. Μετακινήθηκα μπροστά, πίσω, πιο κοντά. Άλλαζα τις αποστάσεις και σε ρωτούσα “τώρα σε ποιανού το χώρο είμαστε;”. Μέχρι που έμαθες να σβήνεις τα όρια και να μη χωρίζεις τους χώρους. Μέχρι που έμαθες να λες, “ο χώρος μας”! Κι αυτή η φράση εκείνο το βράδυ έπαιζε (με) (σ)το μυαλό του: “M’ ένα μποέμ φιλί και μια αργεντίνικη αγκαλιά διψώ για λίγη μέθη”».
Εκείνο το βράδυ, η Αυγή έμαθε το πρόβλημά του. Ο ήχος ενός χαλασμένου ρολογιού στο σαλόνι ηχούσε με εκνευριστικά ψυχαναγκαστικούς ρυθμούς. Κάθε δευτερόλεπτο και φιλί, και μετά, ησυχία. Όμως η αγάπη ήταν η λύση στο πρόβλημά του κι όχι τα αντικαταθλιπτικά. Έπρεπε, είπε ο ψυχολόγος, να ταυτίσει την έννοια του έρωτα και της αγάπης. Η αγάπη είναι αέρας και γάλα -όπως η πρώτη ανάσα ενός βρέφους και το αγνό μητρικό γάλα που το κρατά ζωντανό και δυνατό.
Μάιος. Χιόνι, χώμα, λάσπες. Το λευκό είχε λερωθεί -κι ο Φάνης δεν άντεχε τους λεκέδες. Έπρεπε να φύγει μακριά της. Έκανε αίτηση για μεταπτυχιακό στο Παρίσι.
Η πόλη τους: Γύρισαν από το σινεμά. "Midnight in Paris". Η Αυγή λάτρευε τον Woody Allen κι ο Φάνης λάτρευε το Παρίσι. Περπάτησαν μαζί, στη μαγεμένη πόλη, κάτω από τη βροχή. Όχι οι ήρωες της ταινίας, όχι στο Παρίσι -οι δικοί μου ήρωες, στην πλατεία Αριστοτέλους. Όταν μπήκαν στο σπίτι, ήταν βρεγμένοι. Η Αυγή έβγαλε τα παπούτσια της, μόνη. Ο Φάνης βγήκε στο μπαλκόνι, να καπνίσει, μόνος. Το ραδιόφωνο να παίζει ένα blues κομμάτι χαμηλόφωνα (όχι, δεν είναι background music, όπως στις ταινίες), η Αυγή το άνοιξε και έκατσε στην αριστοκρατική ξύλινη καρέκλα με τα σκαλισμένα τριαντάφυλλα. Ήθελε να την αγγίξει με τα χέρια του, που αυτή λάτρευε, κι ας ήταν σκισμένα και γδαρμένα από τη δύναμη του νερού -όχι από το νερό- από τις σκέψεις του. Η Αυγή ήθελε να την αγγίξει στη ματωμένη της ψυχή, όπως την άγγιξε η ποίηση -αυτή, βλέπεις, δε φοβάται το αίμα. Όρμησε στο ημερολόγιο της:
«Αν ήξερα πόσο πονούσες, θα αγκάλιαζα ευχαρίστως όλες τις σκέψεις σου και θα τις πετούσα με μανία από το παράθυρο. Όμως εσύ κλειδώνεις τα πάντα 21, 23, 27 φόρες».
ΤΈΛΟΣ (;): «Μ’ αγαπάς;», ρώτησε η Αυγή καθώς απομακρυνόταν. «Ίσως». Μακάρι να μπορούσα να γράψω μέσα από την ψυχή του ή έστω να έπιανα μια γωνιά στο μυαλό του, να έκανα λίγο χώρο, να άπλωνα τα βιβλία και τις αναλύσεις δίπλα σ’ ένα πινέλο κι έναν πίνακα που ποτέ δε γνωρίστηκαν μεταξύ τους και να έγραφα με τα δικά του μάτια. Ίσως σ’ ένα άλλο ταξίδι. Ίσως!;
εμφάνιση σχολίων