«Όχι, ρε θείο, όχι, δεν είναι δικό σου το νερό, είναι το δικό μας νερό». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΛΙΚΑΚΗΣ
3 Ιουλίου 2013
Η συνείδηση μιας προ της κρίσης, ολυμπιακής Ελλάδας, άπληστης, χοντροκομμένης, πληθωρικής, με άγνοια σε έννοιες όπως «κοινό καλό» και «κοινό αγαθό», που έμαθε να αγαπάει τα κεκτημένα και να περηφανεύεται γι’ αυτά, αλλά δεν έμαθε ούτε να τα εκτιμάει μα ούτε, κυρίως, να τα διαχειρίζεται σωστά. Δεν είμαι σίγουρος ότι την ενδιέφερε κιόλας. Ίσως και γιατί δε χρειάστηκε. Ας όψεται η αφθονία. Μας έμαθε να φιλοσοφούμε περίσσεια σε καιρούς ευφορίας χτίζοντας παλάτια, καινούριους κόσμους κι επαναστάσεις του καναπέ, να αναπολούμε μεγαλεία άλλων εποχών, μα σε καιρούς κρίσης να λουφάζουμε μη και χάσουμε το μικρόκοσμό μας, τη βόλεψή μας. «Γύρευε τη δουλειά σου, εσύ θα τους αλλάξεις; Τι μπορείς να κάνεις εσύ; Στο τέλος θα βρεις και το μπελά σου». Φράση-κλειδί, γερή βάση της ελληνικής παιδείας, που ακόμα βουίζει στ’ αυτιά μου.
Η ίδια αυτή Ελλάδα βουλιάζει και σβήνει τώρα και, για να πω την αλήθειά μου, δε με πειράζει κιόλας. Ας πάει να χαθεί, μπας και η νέα είναι καλύτερη. Τον κόσμο της λυπάμαι που παρασύρεται στο δρόμο του χαμού. Αυτούς τους τόσους σαν κι εμένα, που όμως έμειναν πίσω ή απλά επέστρεψαν, από επιλογή ή από ανάγκη, από τύχη ή ακόμα και ατυχία. Αυτούς που παλεύουν πνιγμένοι σε μια πλέον κακή καθημερινότητα. Αυτούς που τους στερούν ακόμα και το δικαίωμα στη δημιουργικότητα και το όνειρο. Κι εκείνα τα νέα παιδιά, που ακολουθούν λάβαρα, σύμβολα και σημαίες μιας αδίστακτης και καλά πλαστογραφημένης ιστορίας. Όλο αυτόν τον κόσμο πονάω, γιατί η ίδια αυτή η Ελλάδα με έμαθε να κάνω τον ξένο πόνο δικό μου.
Για το αν έφταιξε αυτός ο κόσμος, δεν είναι εύκολη η απάντηση. Εύστοχα έγραψε ο Σ. Θεοδωράκης για την ΕΡΤ: «Δε φταίνε τα δέντρα για τη φωτιά στο δάσος. Τα ξερά φταίνε. Με αυτά τα ξερά δεν ασχολήθηκαν ποτέ οι υπουργοί…». Ούτε εμείς όμως ασχοληθήκαμε αρκετά, συμπληρώνω εγώ.
Και γιατί τα λέω όλα αυτά τα χιλιοειπωμένα; Τι ανάγκη έχω εγώ και τα γράφω; Τι σκάω ο βολεμένος; Τι έχω και τρώγομαι με τα ρούχα μου; Καλά δεν είμαι; Έφυγα νωρίς, πολύ νωρίτερα από όλον αυτόν το χαμό. Δούλεψα, κουράστηκα, στάθηκα και τυχερός, έχω βρει το δρόμο μου. Από ανάγκη τα γράφω, καθαρή ανάγκη, ανάγκη για να θυμάμαι, μην και ξεχαστώ, κι εγώ και οι άλλοι σαν κι εμένα, κι ας είμαστε μακριά.
«Όχι, ρε θείο, όχι, δεν είναι δικό σου το νερό, είναι το δικό μας νερό».
εμφάνιση σχολίων