«Φοβάμαι, μαμά, όλο και λιγότερο». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΑΝΑΤΑΣΑ
28 Ιουνίου 2013
Τόσες χαμένες ώρες, μέρες, εποχές, μπροστά σε έναν τοίχο ή μια οθόνη ή μέσα στη δικιά μου μαυρίλα ή στην τόση εσωτερική και εξωτερική φασαρία. Και πάλι όμως έζησα τόσα. Δούλεψα, πάλεψα, έφτασα στα όριά μου, έφτασα άλλους στα όριά τους για να καταφέρω να δω και να αποδεχτώ τις ευλογίες γύρω μου και μέσα μου.
Χρόνια τώρα η μεγαλύτερη απόδειξη πως δε μισούσα τον εαυτό μου όσο νόμιζα, πως κάτι έκανα σωστά ή πως κάτι, κάτι κάνουμε μαζί λάθος -και είναι μαγικό αυτό το μαζί, η ύπαρξη φίλων. Αστέρια, κομήτες, πλανήτες, σύμπαντα ολόκληρα, εμείς. Αυτή η σύνδεση, επικοινωνία, συνοχή και συνενοχή που με έχει πάει μακρύτερα από όσο θα μπορούσε ο τραυματισμένος εαυτός μου να πάει μόνος. Περηφάνια, άγρια χαρά, ανακούφιση, πάθος και άλλες πολλές λέξεις και άλλα πολλά αισθήματα αναμενόμενα ή μη, συνδεδεμένα με τις φιλίες μου.
Γερνάω, μαμά, αλλά ομορφαίνω σαν άνθρωπος. Ωραία και νέα σχετικά, όπως και ο χρόνος και η ομορφιά, άλλη μου αρέσει τώρα πια μαμά, η ομορφιά που ταιριάζει με μια αλήθεια. Και έχω μάθει τόσα πολλά. Έχω μάθει να πλένω και τα ρούχα μου και έχω καταλήξει πως το λευκό είναι υπερεκτιμημένο. Δε μου έχει μείνει τίποτα λευκό. Έχω ρούχα που έχουν μια ελαφριά γαλάζια ή ροζ απόχρωση και άλλα ακόμα πιο ενδιαφέροντα, μια πράσινη στάμπα, ένα κίτρινο σαν λουλούδι, μοβ κάλτσες και χρυσαφί-γκρι εσώρουχα. Και πια γελάω με μένα και με τα ρούχα μου και τα φοράω, με εμμονή και περηφάνια. Τι καβγάδες, Θεέ μου, ώρες, μέρες σου έκανα μούτρα για τα ξεβαμμένα ρούχα μου, γιατί δεν το αξιολογούσες ποτέ ως σημαντικό, γιατί και αυτό θα έπρεπε να το κάνεις τέλεια και γιατί δεν ταραζόσουν ποτέ με τα κατεστραμμένα ρούχα, αλλά ταραζόσουν από την δική μου ψύχωση με αυτά.
Και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα. Μαμά, δεν είμαι τέλεια. Αλλά δεν πειράζει. Ή μάλλον όχι, ευτυχώς. Τι βαρετή που θα ήταν η ζωή σου με μια τέλεια κόρη. Πόσο άδεια από προκλήσεις, από ερεθίσματα. Και όμως εγώ εκεί για χρόνια να προσπαθώ να φτάσω στο τέλειο, στο οτιδήποτε και να είναι τομείς στους οποίους να πιστεύω ότι είναι εφικτό και να παθιάζομαι, να πεισμώνω, να προσπαθώ και να αρρωσταίνω από την προσπάθεια -στα αλήθεια να αρρωσταίνω. Και να είναι τομείς που να κατανοώ πως είναι αδύνατο να γίνω τέλεια και να παραιτούμαι εκ των προτέρων από οποιαδήποτε προσπάθεια, να παραιτούμαι φαντασμαγορικά και επεισοδιακά.
Και να μετανιώνω και μανιασμένα να προσπαθώ ξανά και να συγκρούομαι με τον εαυτό μου, με τη λογική την ίδια και με εσένα -με εσάς, δε σ’ αρέσει αυτό το «εσείς», δεν είστε δυάδα αδιαίρετη, προέκταση ο ένας του άλλου, είστε ανδρόγυνο, ποιο θα μπορούσε να είναι τόσο ασύμβατο όσο εσείς και τόσο ψυχωτικά δεμένο. Και πάνω από όλα η μάχη μου για να είμαι η τέλεια κόρη. Η διπολική διαταραχή η ίδια! Καταδικασμένη εκ των προτέρων αυτή η μάχη, για πολλούς λόγους, ας πούμε. Το αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά το περί τέλειας κόρης, το αντιλαμβάνεστε διαφορετικά το περί τέλειας κόρης, δεν υπάρχει η τέλεια κόρη και αν υπάρχει ως ιδέα είναι κάποια, κάπου για την οποία θα έπρεπε να απαρνηθώ πλήρως τον εαυτό μου ή έστω το μέχρι τότε σχεδιάγραμμα του εαυτού μου.
Ποια είμαι; Αχ, μαμά, πώς να σου το πω αυτό. Είμαι εγώ. Μόνο. Τίποτα θεαματικό και συγχρόνως τι θα μπορούσε να είναι πιο θεαματικό από αυτό; Απλό και περίπλοκο συγχρόνως. Είμαι… Να σου πω τι έχω καταφέρει; Να μη θέλω να είμαι τέλεια, αλλά να θέλω να είμαι ευτυχισμένη. Να μη θέλω να είμαι επιτυχημένη, αλλά να θέλω να είμαι ευτυχισμένη. Να μη θέλω να είμαι σωστή, αλλά να θέλω να είμαι ευτυχισμένη. Να μην θέλω να έχω δίκιο, αλλά να θέλω να είμαι ευτυχισμένη. Λέω συχνά τον τελευταίο καιρό: «Οτιδήποτε έχω κοροϊδέψει -με οποιονδήποτε τρόπο- το έχω λουστεί στην ζωή μου». Αναμενόμενο. Λένε ό,τι κοροϊδεύεις/ ή αντιδράς/ ή προσέχεις/ ή σε ξενίζει, είναι κάτι με το οποίο με κάποιο τρόπο συνδέεσαι, αλλιώς θα ήταν αδιαφορία -και δε θα μιλούσαμε γι’ αυτό. Και κοίτα ένα μυστήριο, του κόσμου το κριτήριο, πώς μοιάζουμε, μου λέει, σαν δυο σταγόνες. Μπορεί και γι’ αυτό. Μπορεί.
Και αυτό το έχω κοροϊδέψει να ζω και με τσιτάτα. Ο Βούδας είπε «το να κρατάς το θυμό σου είναι σαν να πίνεις δηλητήριο και να περιμένεις ο άλλος να πεθάνει». Καταλαβαίνεις πως μπορεί τελικά να τα καταφέρεις, όταν ο αποδέκτης του θυμού σου είναι ο ίδιος ο εαυτός σου. Μαμά, δεν είμαι θυμωμένη πια. Δεν είμαι θυμωμένη, με κανέναν. Με κανέναν σας. Ούτε με εμένα. Και σκέφτομαι που δεν πίνω κόκα-κόλα. Από σεβασμό και άμυνα στην ενδεχόμενη υστερία σας, σπονδή στις αντιδράσεις και στους περιορισμούς και στα θεαματικά αποτελέσματα του δρόμου -ίσως του μοναδικού τόσο ξεκάθαρα εναλλακτικού ομοιοπαθητικού δρόμου που ακολουθείτε.
Ρωτάς για την καριέρα μου. Επιτυχία. Όχι στην καριέρα μου στο ότι ρωτάς. Και νοιάζεσαι και μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, αποδέχεσαι. Και ελπίζεις και εύχεσαι. Ευτυχία να είσαι εκεί, εδώ, πάντα. Το έλα και το αντίο σου. Τη νύχτα και τη μέρα μου. Ήσυχη, μαμά, η νύχτα μου, όλο και πιο ξέγνοιαστη, με όλο και λιγότερες τύψεις -τι μεγάλο θέμα. Να σου πω για τη μέρα μου. Μαμά, ξέρεις τι έχει συμβεί; Μια αργή και σταδιακή μετάβαση. Μια μετάβαση από την πρώτη υπαρξιακή μου κρίση, τον τρόμο για την προσωρινότητά μας όταν κλείνοντας τα 9 έμπαινα σε διψήφιο αριθμό ηλικίας στην αίσθηση της σχετικότητας του χρόνου, του αιώνιου.
Από το κλάμα στα σιωπηλά, τα ξημερώματα κάτω από κάθε φωτισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, από την αντανακλαστική μελαγχολία -κατάθλιψη σε οτιδήποτε τελείωνε- ακόμα και αν είχα υποφέρει κατά τη διάρκειά του, από το θυμό για μέρες εξαιτίας του απατεώνα ταξιτζή, του τρελού γείτονα, του αγενή σκηνοθέτη, του άδικου δασκάλου στον ενθουσιασμό για ένα ηλιοβασίλεμα -μπανάλ-, στην ικανοποίηση με ένα βλέμμα ή ένα χαμόγελο στο δρόμο ή στο λεωφορείο μεταξύ αγνώστων, στην απόλαυση μιας παπάγιας, ενός καινούριου φίλου, ενός ωραίου μέρους, μιας γεύσης, μιας αίσθησης, μιας εικόνας. Τι ομορφιά έχουν δει τα μάτια μου. Και πόσο ήρεμη είμαι που πια το εκτιμώ. Πόσο χαρούμενη μπορεί να με κάνει ένα μάνγκο δεν το διανοείσαι, έκσταση! Πεινάω, μαμά, πεινάω για αγάπη, ζωή και έκφραση. Όχι γιατί μου λείπουν, αλλά γιατί μου αρέσουν, με γεμίζουν, με χορταίνουν, αλλά θέλω και άλλο -πάντα θέλω και άλλο παγωτό.
Φοβάμαι, μαμά, όλο και λιγότερο. Και είναι για να μου υπενθυμίζει και να με ιντριγκάρει. Ατυχής; Μαμά, μέσα σε όλα αυτά αγάπησα και αγαπήθηκα πολύ. Για να μην αναφερθώ και σε όλα τα «παθιάστηκα» -δεν κάνει, σε ντρέπομαι.. Όχι, σ’ το λέω απλά για να μην ανησυχείς. Και το πιο σημαντικό από όλα, μαμά, αγάπησα και μένα. Όχι με την εγωιστική αυτήν αντίδραση που κατά διαστήματα με φορτώνατε, με την άλλη, την καλή, τη λυτρωτική αγάπη. Και ξέρεις τι έμαθα; Πως ατυχής δεν ήμουν, και όλα στο κόσμο για κάποιο λόγο έγιναν, και εγώ τώρα είμαι εδώ, και είναι ωραία εδώ. Και είμαι ευγνώμων και ευτυχής για όλους και για όλα, για όλους τους δρόμους που ανοίχτηκαν και όλα τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν και για όλες τις αλληλεπιδράσεις, τις θετικότερες και τις πιο μπλεγμένες.
Και αυτές οι πιο μπλεγμένες. Γιατί με έκαναν αυτήν που είμαι ή σε άλλες φορές μου έδειξαν με έμφαση τι δε θέλω να είμαι. Και πια, μαμά, είμαι εγώ. Δεν είμαι οι φόβοι μου, τα προβλήματά μου, οι αρρώστιές μου, οι σκέψεις μου, οι επιτυχίες μου, τα όνειρά μου, τα όνειρά σας, οι προβολές σας πάνω μου, είμαι εγώ. Και εγώ ευχαριστώ τους πάντες που πέρασαν, κοίταξαν, έμειναν, έφυγαν, έφαγαν, σκάλισαν. Τους ευχαριστώ.
Και αποφάσισα τι θα μου χαρίσω μαμά. 30 παρά κάτι, καλοκαίρια και χειμώνες το αποφάσιζα. Θα μου χαρίσω τη ζωή μου, τη ζωή που ονειρεύτηκα και που θα ονειρευτώ. Θα μου χαρίσω την πραγματικότητα που μου αξίζει. Γιατί εμείς είμαστε οι δημιουργοί της πραγματικότητάς μας -άλλο αγαπημένο τσιτάτο αυτό, που το αποδέχτηκα και το μετέτρεψα/ μετατρέπω ακόμα, δηλαδή, σε αλήθεια.
Και ξέρεις τι θέλω από σένα; Τίποτα. Τίποτα παραπάνω και τίποτα διαφορετικό από όλα όσα έχεις ήδη δώσει τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα. Να ξέρεις πως σου τα χω φυλαγμένα. Όλα τα έχω φυλαγμένα, γιατί όλα τα έχεις δώσει και τα πήρα και έπλασα με αυτά. Και έχω απόθεμα αγάπης και άλλων υλικών, αλλά το να μ’ αγαπάς και άλλο, για πάντα πάντα θα χωρά. Σ’ αγαπάω μαμά. Σ’ ευχαριστώ.
εμφάνιση σχολίων