0
1
σχόλια
651
λέξεις

«Όσο υπάρχει ένα κομμάτι φωτεινό μέσα σου, μην ανησυχείς». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ
13 Απριλίου 2013
Τριάντα. Παράξενο νούμερο. Ξαφνικά βλέπεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη και νομίζεις πως γέρασες. Τι είναι αυτό που μας γερνάει; Όσα θέλουμε και δε γίνονται; Όσες φορές πέσαμε και με κόπο σηκωθήκαμε. Ναι, αλλά σηκώθηκες, ναι, αλλά ακόμα πονάς από την πτώση.

Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Το άκουσα πρώτη φορά γύρω στα εννιά μου χρόνια. Με το που γεννιόμαστε φορτωνόμαστε τις προσδοκίες των άλλων. Από στόχο σε στόχο φεύγει όλη η ζωή μας. Διάβασε, βρες δουλειά, βρες καλύτερη δουλειά, στείλε βιογραφικά, σπούδασε κι άλλο. Άμα δεν έχεις λεφτά, φήμη, καριέρα, δε μετράς. Η αξία σου μετριέται από τα ρούχα που φοράς και από τα like που κάνουν οι φίλοι σου στο facebook.

Πέρασα όλη την παιδική μου ηλικία στην εξοχή και στη θάλασσα. Οικογενειακές εκδρομές. Οι θείες έφτιαχναν πίτες, η μάνα μου το γλυκό, μια μποτίλια ρακή. Ο θείος μου έπαιζε το βιολί. Τώρα λέμε δεν έχουμε λεφτά, κρίση. Περνάει το τριήμερο ή η αργία, και δεν υπάρχει διαφορά. Πού να πας μωρέ με το πετρέλαιο στα ύψη και τις ταβέρνες με τιμές απλησίαστες; Το βλέπεις στην τηλεόραση. Τι τιμές είχαν οι λαγάνες, ποιοι ντύθηκαν τι στο καρναβάλι. Περιμένεις το Πάσχα. Θα ψάχνεις μανιωδώς το φτηνότερο αρνί στη Βαρβάκειο.

Μια φορά διάβασα σε μια εφημερίδα μια συνέντευξη του Κοεμτζή. Έλεγε πως έφτιαχνε ένα καζάνι σούπα τη Δευτέρα και έτσι έβγαζε όλη την εβδομάδα. Εμείς ζούμε στο άγχος και την ανασφάλεια. Πώς θα πληρώσω το κινητό, τη δόση στην πιστωτική. Άλλα μέτρα, άλλα σταθμά. Και η ζωή περνάει. Από αναμονή σε αναμονή, για μια ζωή που λέμε πως θα αλλάξει αν προσπαθήσουμε κι άλλο, αν δουλέψουμε πιο σκληρά, αν βγάλουμε περισσότερα χρήματα. Για μια ζωή που φεύγει πάρα πολύ γρήγορα και δε μας φτάνει ο χρόνος.

Σε ένα γηροκομείο στο Λονδίνο παρατηρώ ένα σωρό ανθρώπους μπουκωμένους από αναβολές και ματαιώσεις. Στο τέλος, έχασαν τη μνήμη τους. Κράτησαν επιλεκτικά αναμνήσεις. Ό,τι τους συνέφερε, ό,τι τους πόνεσε, ό,τι ήθελαν να ξεχάσουν, ποιος ξέρει; Επιστημονικά το λένε Αλτζχάιμερ.

Σχεδόν όλοι παραπονιούνται, θέλουν να πάνε σπίτι τους. Φυσικά το «σπίτι» τους δεν υπάρχει πια. Άλλα πουλήθηκαν, άλλα τα ενοικίαζαν, οπότε τώρα κάποιος άλλος μένει εκεί. Οι επιστήμονες λένε πως όταν λένε ότι θέλουν να πάνε σπίτι τους, δε σημαίνει απαραίτητα το σπίτι αυτό καθεαυτό, αλλά ένα μέρος που ένιωσαν ασφάλεια. Το πατρικό τους; Το κανονικό τους σπίτι; Το κρεβάτι απλά για να κοιμηθούν; Ποιος ξέρει;

Όταν έχω μια δύσκολη μέρα στη δουλειά ή γενικά, μου λείπει και μένα το σπίτι μου. Η Κρήτη, η οικογένειά μου. Όταν φεύγεις, νομίζεις πως όλα θα είναι πάντα εκεί που τα άφησες. Μετά συνειδητοποιείς πως τίποτα πια δεν είναι στη θέση του. Ίσως και η μνήμη σου να διαστρεβλώνει τις αναμνήσεις, να τις έχει κάνει πιο όμορφες. Επιστρέφεις, και το σπίτι είναι λίγο διαφορετικό, οι δικοί σου αλλιώς, εσύ με άλλο βλέμμα, άλλες ανάγκες. Άμα φύγεις, είναι σαν να μην έχεις πια πού να πας. Προσπαθείς απλά να αναθεωρήσεις. Να βρεις κάτι στο τώρα που να θυμίζει κάτι από το χθες. Να βρεις στοργή από κάπου, ασφάλεια, σιγουριά.

Στις εφημερίδες πλασάρουν ένα μοντέλο ανθρώπου που δεν είσαι και δε θα γίνεις ποτέ. Φοβάσαι που δεν είναι αυτός ο στόχος σου, που ψάχνεις κάτι διαφορετικό από αυτό που ψάχνουν οι άλλοι, αλλά δε μπορείς να κάνεις αλλιώς. Δραπετεύεις στη φαντασία σου ή κοιμάσαι πολλές ώρες. Είναι καλύτερα εκεί. Ξεκουράζεις το μυαλό σου. Καθαρίζει μέσα σου τι είναι δικό σου και τι σ’ το έχουν φορτώσει στην καμπούρα σου, γονείς, σχολεία, κοινωνία.

Περπατάς αργά, χαζεύεις. Ο κόσμος γύρω σου τρέχει γρήγορα να πάει στη δουλειά, να προλάβει το τρένο. Πώς μπορούν και τρέχουν τόσο γρήγορα με αυτές τις σιδερένιες μπάλες στα πόδια τους; Τα δικά σου πόδια περπατάνε σαν χαμένα κι ας μη σέρνεις κανένα φορτίο στόχων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Δεν πειράζει. Θα τα καταφέρεις. Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω. Το κεφάλι ψηλά. Όσο υπάρχει ένα κομμάτι φωτεινό μέσα σου μην ανησυχείς.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων