0
1
σχόλια
1953
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
Ο Εντουάρ Λουί γράφει μια νουβέλα για την μητέρα του ή για μια ιστορία που επαναλαμβάνεται για την σύγχρονη γυναίκα της Δύσης από τα φτωχά στρώματα
 
DOCTVGR | ΦΩΤΟ: UNSPLASH
20 Μαΐου 2026

-Όχι, τελείωσε. Δεν θα μένω άλλο με σταυρωμένα τα χέρια, φεύγω μια και καλή.

Ο άντρας στο σπίτι του οποίου ζούσε κοιμόταν ακόμη, ήταν η ιδανική στιγμή να φύγει. Είχε καταφέρει να βρει τα έγγραφα που της χρειάζονταν, ψαχουλεύοντας τα συρτάρια: το βιβλιάριό της, τα δικαιολογητικά Κοινωνικής Ασφάλισης, τις ιατρικές της συνταγές. Την ταυτότητά της. Είχε ετοιμάσει μια μικρή τσάντα με ρούχα, έβαλε μέσα μπλουζάκια, κάλτσες, ένα παντελόνι ακόμα, πέρα από κείνο που φορούσε· την προηγούμενη μέρα, ενώ μιλούσαμε για την αναχώρησή της και σχεδιάζαμε ένα πλάνο για τη φυγή της, την είχα συμβουλεύσει να πάρει όσο λιγότερα πράγματα γίνεται για να μην κουβαλάει μεγάλο βάρος και την πιάσει η μέση της.

Φανταζόμουν πως μια πιο βαριά βαλίτσα θα έκανε τη φυγή της πιο δύσκολη, πιο αργή, και πως ο άντρας με τον οποίο ζούσε θα μπορούσε να την ακούσει, να αντιληφθεί τους ήχους στη σκάλα, να ξυπνήσει και να τη σταματήσει, η εικόνα έπαιζε και ξανάπαιζε στο κεφάλι μου, ένα όραμα φρίκης, είχα φανταστεί αυτόν τον άντρα να ακουμπά το χέρι του στον ώμο της και να τη ρωτάει, Για πού το ’βαλες; Δεν έχεις να πας πουθενά, κι εκείνη, κοκαλωμένη, μην μπορώντας να κουνηθεί εξαιτίας της τεράστιας βαλίτσας, και μετά κλειδωμένη από εκείνον, υπό επιτήρηση για να μην προσπαθήσει να δραπετεύσει ξανά, της περιέγραψα αυτή την εικόνα, την αγωνία μου πως θα γίνει πραγματικότητα, μου επανέλαβε όμως πως είχε μόνο ένα σακίδιο, ένα μικρό σακίδιο που ήταν εύκολο να το μεταφέρει, και το σκυλί της.

Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν.
– Πάμε;
– Πάμε.

Κάλεσα ένα ταξί από κει που ήμουν, από το διαμέρισμα που έμενα στην Αθήνα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κουρασμένο της σώμα, από τη λαχανιασμένη της ανάσα. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά ο οδηγός του ταξί με ειδοποίησε πως ήταν από κάτω. Εκείνη κατέβηκε: «Φεύγω».

Άφηνε πίσω της χρόνια ολόκληρης ζωής, ρούχα, πράγματα που είχε αγοράσει σιγά σιγά για να κάνει το διαμέρισμα λιγότερο μίζερο, όπως έλεγε. Έκανα εικόνα το σώμα της, ύψους ένα και πενήντα οχτώ, να φεύγει στο δρόμο, την τσάντα της περασμένη στον ώμο, το μικρό σκυλάκι της στα χέρια, το βιαστικό της βήμα μέχρι να διανύσει την απόσταση από την πολυκατοικία της μέχρι το αυτοκίνητο που την περίμενε, την ανάσα της, την ανάσα της, και τη φανταζόμουν να επαναλαμβάνει από μέσα της: Δεν θα ξαναφήσω κανέναν να μου φερθεί έτσι. Τελείωσε.

Τηλεφώνησα στον Ντιντιέ για να τον ειδοποιήσω πως έφτανε σπίτι μου· ήταν κι εκείνος ήδη στο δρόμο. Δεν περίμενε να τον ειδοποιήσω, είχε καταλάβει τι γινόταν και ήθελε να φτάσει εγκαίρως. Στην οθόνη του κινητού μου, η μικρογραφία ενός μαύρου αυτοκινήτου συμβόλιζε το ταξί που διέσχιζε τις διάφορες γειτονιές της πόλης, έχοντας μέσα τη μητέρα μου. Έσμιγα τα μάτια λες και θα μπορούσα να το δω, λες και αν συγκεντρωνόμουν πολύ θα μπορούσα να μεταμορφώσω αυτό το σύμβολο σε ζωντανό υλικό τεκμήριο. Έφευγε.

Έμενε στο Παρίσι εδώ και εφτά χρόνια. Όταν μιλούσε γι’ αυτό, συχνά μου έλεγε: «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ζω εδώ! Στο Παρίσι! Πως ξανάρχισα τη ζωή μου από την αρχή, στην ηλικία μου, πάνω από πενήντα χρονών!» Εκείνη που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε ένα απομονωμένο χωριό στον Βορρά της Γαλλίας, εκεί όπου είχα μεγαλώσει μαζί της, ένα χωριό που δεν είχε ούτε χίλιους κατοίκους, μακριά απ’ όλα, εκείνη που για καιρό έμοιαζε καταδικασμένη να μη φύγει ποτέ από κει, μια μέρα το έκανε: άλλαξε το πεπρωμένο της. Σε εκείνο το χωριό είχε γνωρίσει τον άντρα τον οποίο επρόκειτο να εγκαταλείψει εφτά χρόνια αργότερα, ο οποίος όμως της έδωσε την ευκαιρία να ξεφύγει.

Εκείνη –η μητέρα μου– μόλις είχε διώξει τον πατέρα μου μετά από είκοσι χρόνια γάμου, είκοσι χρόνια στα οποία εκείνος περίμενε από εκείνη
να μαγειρεύει,
να καθαρίζει το σπίτι,
να ψωνίζει,
να απλώνει τα ρούχα,
να πλένει τα πιάτα,
να μη μιλάει όταν εκείνος βλέπει τηλεόραση, έξι εφτά ώρες τη μέρα, για να μην τον κάνει να θυμώσει,
δεν άντεξε άλλο αυτή την ατμόσφαιρα και ως εκ θαύματος κατάφερε να τον διώξει.

Μετά το χωρισμό έμεινε μόνη της με τον μικρό μου αδερφό και τη μικρή μου αδερφή, και αρκετές φορές την εβδομάδα, λίγο πριν βραδιάσει, καθόταν με τη γειτόνισσα στον κήπο που ήταν κολλητά στον δικό της κι έπιναν λικέρ ή κανένα ποτηράκι ουίσκι.

Εκεί, σε ένα από αυτά τα τελετουργικά απεριτίφ τους, βλέποντας τον ήλιο που έδυε στο βάθος, πίσω από τις καμινάδες των εργοστασίων, εμφανίστηκε ένας άντρας. Ήταν ο ξάδερφος της γειτόνισσας. Είχε γεννηθεί στην περιοχή, όμως εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια ζούσε στο Παρίσι, σε μια από τις πιο πολυτελείς γειτονιές της πρωτεύουσας: ήταν επιστάτης. Την κοίταξε και χαμογέλασε, προσπάθησε να τη γοητεύσει: δεν αντιστάθηκε, κοιμήθηκε μαζί του, και μετά από μερικούς μήνες που βρίσκονταν περιστασιακά, τον ακολούθησε στο Παρίσι, όπου τότε εγώ σπούδαζα.

Την πρώτη φορά που τη συνάντησα, σε έναν μικρό δρόμο κοντά στον Σηκουάνα, ήταν χτενισμένη, βαμμένη· χαμογελούσε· δεν την είχα ξαναδεί ποτέ τόσο σίγουρη για τον εαυτό της. Μπορούσα να διαβάσω στις εκφράσεις της τη χαρά της, το σάστισμά της για αυτό που ζούσε. Πρέπει να γίνει κατανοητό: οι περισσότερες γυναίκες που εκείνη κι εγώ είχαμε γνωρίσει στον Βορρά ζούσαν και πέθαιναν στο ίδιο χωριό, ή μετακόμιζαν μόνο λίγα χιλιόμετρα πιο κει, περνούσαν όλη τους τη ζωή με τον ίδιο άντρα, ακόμα και αν δεν τον αγαπούσαν πια: υπέμεναν. Όχι όμως η μητέρα μου. Όχι εκείνη. Αυτή την υπερηφάνεια είδα εκείνη τη μέρα στο πρόσωπό της. Μου είπε: «Είδες τι όμορφη που είμαι τώρα που ζω εδώ», και της απάντησα: «Ναι, ναι, είναι αλήθεια, είσαι πολύ όμορφη. Είσαι η βασίλισσα του Παρισιού». Δεν ήξερε, και ούτε κι εγώ μπορούσα να το ξέρω, πως αυτό το όνειρο θα κρατούσε τόσο λίγο.

Κι αυτό επίσης: την ώρα που έμπαινε στο ταξί, το πρωί της φυγής της, θυμήθηκα τη μέρα που της είχα υποσχεθεί πως θα πηγαίναμε ένα βράδυ μαζί σε ένα εστιατόριο δίπλα στον πύργο του Άιφελ. Η ντροπή είναι μια ανάμνηση. Θυμόμουν επειδή ντρεπόμουν. Ήταν η τρίτη ή η τέταρτη χρονιά από τότε που είχε μετακομίσει στο Παρίσι, δεν την είχα δει εδώ και μήνες και της είχα γράψει για να της πω ότι εκείνο το βράδυ που θα περνούσαμε οι δυο μας θα ήταν ευκαιρία να βρεθούμε και να συζητήσουμε. Απάντησε σχεδόν αμέσως: «Ναι! Τι ώρα;» και της πρότεινα:

«Στις 9;» Προς το τέλος της μέρας όμως, ένας φωτογράφος που ήταν περαστικός από το Παρίσι με κάλεσε το βράδυ να φάμε μαζί και δέχτηκα. Έγραψα στη μητέρα μου για να της πω ότι είχα πρόβλημα, πως κάτι προέκυψε τελευταία στιγμή, ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού. Είπα ψέματα. Δεν ήταν επαγγελματικό ραντεβού, δεν ήταν σημαντικό, αλλά το να δειπνήσω με έναν καλλιτέχνη αναγνωρισμένο παγκοσμίως, αντί μαζί της, με κολάκευε, αφελώς. Απάντησε με ένα μόνο επιφώνημα: «Α».

Μετά ένα ακόμα μήνυμα, μερικά λεπτά αργότερα: «Είναι κρίμα, και είμαι στις ομορφιές μου» – από τότε που άφησε τον πατέρα μου και εγκαταστάθηκε σε μια μεγάλη πόλη το είμαι στις ομορφιές μου ήταν η εκδίκησή της απέναντι στη ζωή, ένας τρόπος να επανοικειοποιηθεί το σώμα της και να μην περιορίζεται στην ιδιότητα της οικιακής σκλάβας: «Κι όσο σκέφτομαι πως πέρασα χρόνια ολόκληρα τρέχοντας να καθαρίσω μια παράγκα στη μέση του πουθενά ενώ ο πατέρας σου έβλεπε τηλεόραση, χωρίς να φροντίσω ποτέ τον εαυτό μου, τώρα όμως όλα αυτά τελείωσαν». Τώρα που ήξερα τι είχε υποστεί από αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο έμενε στο Παρίσι, που έπινε, που την έβριζε, που τη χτυπούσε, ξανασκεφτόμουν εκείνη τη φορά που της ακύρωσα τη βραδιά που θα περνούσαμε οι δυο μας και παρέλυα από ντροπή.

Κατανοούσα πια πως οι έξοδοι, όπως ήταν εκείνη στην οποία την έκανα να ελπίζει, ή οποιαδήποτε άλλη, μάλλον αποτελούσαν για εκείνη κάτι σαν απόδραση, έστω και σύντομη, από αυτό που συνιστούσε την καθημερινότητά της. Ένα εκτός. Αργότερα θα μου το πει: «Αυτή ήταν η κατάσταση εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν σου το είχα πει για να μη σε ανησυχήσω». Αργότερα η ντροπή μου θα συνεχίσει να μεγαλώνει, να καταλαμβάνει μέσα μου όλο και περισσότερο χώρο.

Συνεχίζω όμως: διέσχιζε την πόλη με το ταξί, με το σκυλί της στα γόνατά της, το σακίδιό της δίπλα της. Μια γυναίκα σε φυγή. Από την Αθήνα επιτηρούσα στην οθόνη μου την πορεία του αυτοκινήτου στους δρόμους του Παρισιού. Ο Ντιντιέ ήταν ήδη σπίτι μου· δέκα λεπτά αργότερα την άκουσε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά εξαιτίας του πάχους της και της επιβαρυμένης από το άσθμα και το κάπνισμα αναπνοής της. Μπήκε στο διαμέρισμα, το μέτωπό της γυάλιζε από τον ιδρώτα. Ο Ντιντιέ της είπε: «Είστε γενναία. Είναι πάντα δύσκολο να το σκάσει κανείς. Σας θαυμάζω».

Μου το ξανάπε την επόμενη μέρα στο τηλέφωνο: «Ο φίλος σου μου είπε πως ήμουν γενναία. Και πως με θαύμαζε. Και φαινόταν πως το εννοούσε». Στη ζωή της, η μητέρα μου έδινε μεγάλη σημασία στις φιλοφρονήσεις που της έκαναν· της έδιναν και εξακολουθούν να της δίνουν την αίσθηση πως επιτέλους τη βλέπουν, πως υπάρχει στα μάτια και στα λόγια των άλλων, και πως επιτέλους έσπασε την αορατότητα που της είχαν επιβάλει η φτώχεια και η ζωή με άντρες που ήταν αποφασισμένοι να τη συντρίψουν. Όταν ήμουν παιδί, τύχαινε να μου επαναλάβει πολλές φορές μέσα στην ίδια μέρα ένα κολακευτικό σχόλιο που της είχαν κάνει στο σουπερμάρκετ ή στην πλατεία του δημαρχείου, κι εγώ εκνευριζόμουν. Φώναζα: «Μα μου το έχεις ξαναπεί χίλιες φορές!!!» Τώρα καταλάβαινα.

Μόλις ένα χρόνο μετά την εγκατάστασή της στο Παρίσι, είχε χτυπήσει την πόρτα αυτού του ίδιου διαμερίσματος μέρα μεσημέρι. Είχα πεταχτεί· κανείς δεν έρχεται ποτέ σπίτι μου έτσι, απροειδοποίητα. Έγραφα· έκλεισα τον υπολογιστή μου και πήγα να ανοίξω. Ήταν εκείνη. Ρώτησα: «Μα τι τρέχει; Δεν μπορείς να έρχεσαι έτσι απροειδοποίητα σπίτι μου όταν δουλεύω, δεν γίνεται έτσι, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ».

Απάντησε με απολογητικό ύφος: «Δεν θα σε ενοχλήσω πολύ, ήθελα απλώς να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα». Σήκωσα τα μάτια στο ταβάνι: «Ναι, φυσικά…». Περίμενα να βγει από το μπάνιο και να κάτσει. Της έβαλα ένα ποτήρι πορτοκαλάδα. «Μα γιατί δεν πήγες σε ένα καφέ; Παραγγέλνεις κάτι να πιεις και χρησιμοποιείς την τουαλέτα, είναι απλό». (Δεν τολμούσα να της πω ότι αυτή ήταν μια διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία, πως στην πόλη είναι ταμπού και σχεδόν αδιανόητο να χτυπάς την πόρτα κάποιου, ακόμα και κάποιου τόσο κοντινού, χωρίς να τον έχεις ειδοποιήσει από πριν.)

Μου απάντησε:
– Δεν μπορούσα να πάω σε καφέ.
– Μα γιατί;
– Γιατί δεν έχω λεφτά.
Μου εξήγησε ότι, από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε στο σπίτι του άντρα με τον οποίο είχε γίνει ζευγάρι, είχε χάσει τα κοινωνικά επιδόματα που έπαιρνε μετά το χωρισμό της με τον πατέρα μου, και πως μετακομίζοντας στο Παρίσι, είχε επίσης αφήσει τη δουλειά που είχε βρει με ημιαπασχόληση και η οποία, μαζί με τα επιδόματα, της πρόσφερε σχετική αυτονομία. Ακολουθώντας έναν άντρα για να ζήσει μαζί του είχε γίνει εξαρτημένη.

– Και όταν τσακωνόμαστε μου λέει πως για τιμωρία δεν θα μου δίνει πια τίποτα. Έτσι δεν έχω ούτε δύο ευρώ για να πάρω έναν καφέ και να πάω στην τουαλέτα. Σήμερα ήθελα να κάνω μια βόλτα και απομακρύνθηκα πολύ από το σπίτι μας. Γι’ αυτό χρειάστηκε να έρθω σπίτι σου, διαφορετικά δεν θα σε είχα ενοχλήσει.

Είχα ξεχάσει αυτή τη σκηνή, τη θυμήθηκα ξαφνικά. Η ντροπή είναι μια ανάμνηση.

 

Απόσπασμα από την νουβέλα Η Μονίκ δραπετεύει του Εντουάρ Λουί, μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδ. Αντίποδες. Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε στην Αλλενκούρ της Γαλλίας το 1992 με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην École Νormale. Το πρώτο του βιβλίο, Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (μτφρ. Μιχάλης Αρβανίτης, 2018), προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, μεταφράστηκε σε πάνω από είκοσι γλώσσες και διασκευάστηκε για το θέατρο, όπως και όλα τα επόμενα έργα του. Από τους αντίποδες κυκλοφορούν σε μετάφραση Στέλας Ζουμπουλάκη η Ιστορία της βίας (2019), το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου (2020), οι Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας (2021) η συζήτηση ανάμεσα στον Εντουάρ Λουί και τον Κεν Λόουτς, Διάλογος για την τέχνη
 

εμφάνιση σχολίων