Ανησυχητικά είναι τα ευρήματα που φέρνει στο φως ρεπορτάζ της Stuttgarter Zeitung, αναδεικνύοντας τη δραματική κατάσταση των ελληνικών θαλασσών ακόμη και στα πιο απρόσιτα βάθη τους. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου, γνωστό ως «Καλυψώ», νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου, κοντά στην Πύλο.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Marine Pollution Bulletin, λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι κινδύνου: η ρύπανση δεν περιορίζεται πλέον στις ακτές ή στις επιφανειακές ζώνες, αλλά φτάνει μέχρι τα 5.109 μέτρα βάθος.
Διαβάστε επίσης: Κατάρρευση της βιοποικιλότητας της Μεσογείου μέσα σε 30 χρόνια
Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην αποστολή, χρησιμοποιώντας το υποβρύχιο DSV Limiting Factor, αντί για άθικτα οικοσυστήματα ήρθαν αντιμέτωποι με εκτεταμένα πεδία απορριμμάτων. Η πυκνότητα των ευρημάτων που αγγίζει τα 26.715 αντικείμενα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, συγκαταλέγεται στις υψηλότερες που έχουν καταγραφεί ποτέ σε τόσο μεγάλα βάθη.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, η βαθιά θάλασσα λειτουργεί ως η τελική «κατάληξη» της ρύπανσης, επιβεβαιώνοντας ότι τα θαλάσσια οικοσυστήματα αποτελούν τον αποδέκτη της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η σύσταση των απορριμμάτων: περίπου το 90% είναι πλαστικά. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει τη διαχρονική αποτυχία περιορισμού της πλαστικής ρύπανσης στη Μεσόγειο, μια θάλασσα ήδη επιβαρυμένη λόγω της γεωγραφικής και οικονομικής της ιδιαιτερότητας.
Σύμφωνα με τον ωκεανολόγο Μικέλ Κανάλς, «ελαφρά απορρίμματα όπως τα πλαστικά προέρχονται από τις ακτές», αναδεικνύοντας τη σαφή σύνδεση της καθημερινής ανθρώπινης δραστηριότητας με φαινόμενα που εκδηλώνονται ακόμη και στα μεγαλύτερα βάθη. Η μεταφορά τους είναι αργή αλλά συνεχής: τα πλαστικά κινούνται κοντά στον πυθμένα μέχρι να θαφτούν ή να διασπαστούν σε μικροπλαστικά, τροφοδοτώντας έναν αόρατο κύκλο ρύπανσης που επιστρέφει τελικά στον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η γεωμορφολογία της περιοχής. Το σημείο «Καλυψώ» λειτουργεί ως φυσική «παγίδα», εγκλωβίζοντας τα απορρίμματα και ευνοώντας τη συσσώρευσή τους. Αυτό εξηγεί τόσο την ένταση του φαινομένου όσο και τις δυσοίωνες προβλέψεις για περαιτέρω επιδείνωση. Παράλληλα, ενδείξεις για απόρριψη απορριμμάτων από πλοία προσθέτουν μια ακόμη διάσταση, θέτοντας ζητήματα ελέγχου και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στη ναυσιπλοΐα.
Η συγκεκριμένη έρευνα εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη Μεσόγειο ως «κλειστή θάλασσα» με έντονη ανθρώπινη πίεση — από τον τουρισμό έως τη ναυτιλία. Η διαπίστωση του Κανάλς ότι «δεν υπάρχει ούτε ένα εκατοστό που να είναι καθαρό» αποτυπώνει με δραματικό τρόπο το μέγεθος του προβλήματος.
Για την Ελλάδα, τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η θαλάσσια ρύπανση δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική απειλή, αλλά και κρίσιμο ζήτημα που αγγίζει την οικονομία, την αλιεία, τον τουρισμό και τελικά τη δημόσια υγεία. Η ανάγκη για πιο αυστηρές πολιτικές πρόληψης, αποτελεσματική διαχείριση αποβλήτων και ενισχυμένο έλεγχο στη ναυσιπλοΐα καθίσταται πλέον επιτακτική.
Πηγές: Stuttgarter Zeitung, DW