0
1
σχόλια
1003
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Από το Βυτίο

DOC TV
27 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΚΟΥΒΕΝΤΑ. Επιστρέφει πρωί βράδυ, μόνος στο αμάξι με τις εξοργιστικές ειδησεογραφικές ραδιοφωνικές εκπομπές ή παρέα με φίλους σε κάτι καφέδες μεσημεριανούς αναπάντεχα ήσυχους. Τι ζούμε, πού ζούμε, να σηκωθούμε να φύγουμε.

ΞΕΠΕΡΑΣΑΜΕ  Ή ΞΕΠΕΡΝΑΜΕ  Ή ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕΑΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Είπαμε μπορούμε και χωρίς τις παλιές ευκολίες και χωρίς τα σχεδόν απαραίτητα, μπορούμε και ημίφτωχοι ή κάτι τέτοιο. Αλλά κάθε μέρα έρχεται κάτι, κάτι δυνατότερο από έναν απλήρωτο λογαριασμό, κάτι ισχυρό και σχεδόν εξουθενωτικό. Κάποιος πέφτει, κάποιος κυνηγιέται και κάποιοι άλλοι κάνουν κηρύγματα κατά της βίας, ενώ δεν έχει περάσει χρόνος από τότε που έπιναν νερό απ’ το ποτήρι των φασιστών. Η καθημερινότητα βομβαρδίζεται από ειδήσεις που δοκιμάζουν την αντοχή. 25 ευρώ, λέει, πια για την εισαγωγή στο νοσοκομείο. Δεν είναι τα λεφτά το θέμα, είναι η κυνική ομολογία ότι δεν πολυμετράμε το θάνατο ή έστω την αδυναμία.

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΣΕ ΠΙΟ ΛΑΪΚΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ, πάντως νόμιζα ότι παρατηρούσα μια ταχεία περιθωριοποίηση. Παντού κόσμος αγριεμένος, ξεγυμνωμένος, έτοιμος να πετάξει νύχια, να καταπιεί όποιον περάσει δίπλα ή και τον ίδιο του τον εαυτό. Ένα σωρό άνθρωποι εξωθούνται σε μια κατάσταση γύρω ή έξω απ’ ό,τι ορίζαμε «κανονική ζωή».

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΠΟΥ ΣΕ ΔΙΩΧΝΕΙ. Πρέπει να μπορείς ν’ αντέξεις και την αγριότητα, αν θες να μένεις εδώ.

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ, ΠΑΡΑ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΤΣΙΡΚΟ, Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΥ ΑΠΕΧΕΙ ΑΠ’ ΤΟ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ. Την Τετάρτη στο Κερατσίνι, τόσες φάτσες τρελαμένες, τόσο κόσμο χαμένο σε μία μίξη θλίψης και αλκοόλ δε νομίζω να έχω ξαναδεί. Το πένθος και η οργή βούλιαζαν την άσφαλτο. Κι όμως, ακόμη και σε μια τέτοια στιγμή, ακόμη και σε μια στιγμή που τα ξεφτιλισμένα ΜΜΕ παρουσιάζουν το αντιφασιστικό (ή μάλλον αντι-χα) δράμα τους, αυτό που αποκαλείται ΕΛ.ΑΣ. έδειξε το ακριβές σημείο στο οποίο στεκόμαστε. Χτυπήματα απ’ την αρχή, κουβεντούλες του στυλ «δώστε εντολή να τους γαμήσουμε», δακρυγόνα σε ευθεία βολή και γκλομπ στο κεφάλι.

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΤΕΣ ΑΚΡΟΒΑΤΟΥΣΑΝ ΜΕΤΑΞΥ ΘΛΙΨΗΣ ΚΑΙ ΛΥΣΣΑΣ. Οι κύριοι με τις στολές έμοιαζαν να γιορτάζουν την ευκαιρία να φωνάξουν με τον πιο σαφή τρόπο ποιος είναι ο αδερφός τους -όχι ο νεκρός βέβαια. Περνούσαμε το δρόμο στο σημείο της δολοφονίας και μερικές χιλιάδες κόσμου λες και αποφάσιζαν να πατήσουν στις μύτες. Αν μπορούσες να απομονώσεις τον ήχο σ’ εκείνα τα ελάχιστα τετραγωνικά, μπορεί να άκουγες μόνο δόντια να τρίζουν. Η ΕΛ.ΑΣ. όμως έδινε την εντύπωση ότι θέλει επειγόντως να πατήσει με τις μπότες της πάνω σ’ εκείνο ακριβώς το πλακάκι. Η ελληνική πολιτεία διαμέσου της αστυνομίας της δήλωνε ότι θα τσαλαπατήσει το πένθος, θα παρελάσει πάνω στις καρδιές και θα καρφώσει τη γαλανόλευκη στο σώμα όσων μετρούν τους νεκρούς και τους μαχαιρωμένους.

ΔΕ ΘΑ ΚΛΑΨΕΤΕ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ. Δε θα κλάψετε που μαχαίρωσαν κάποιον που τραγουδούσε για τη γειτονιά του. Δεν υπάρχουν νεκροί και φασισμός. Το μόνο δικαίωμα που έχετε είναι να παρακολουθείτε σιωπηλοί τα κανάλια να αποκαλύπτουν την εγκληματική δραστηριότητα του κόμματος των 440.000 ψήφων. Θα σας πουν ο Χρυσοχοΐδης, ο Λοβέρδος και η Μπακογιάννη πόσο κακό κάνουν στη δημοκρατία μας οι νεοναζί. Θα σας πει ο Πρετεντέρης. Εσείς ψηφίστε το συνταγματικό τόξο και μην πενθείτε τους νεκρούς.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑΝ ΚΑΦΕ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΤΟ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΕΠΟΜΕΝΟ, ΤΟ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΝΑΠΟΔΟ. Έλεγα την Κυριακή στους ομοτράπεζους σε ένα ομολογουμένως λαϊκίστικο δεκάρικο, ότι δε μπορείς να θαυμάζεις την Κίττυ Αρσένη, δε μπορείς να διαβάζεις για τον Ντουρούτι και όταν στον τόπο που τυχαίνει να ζεις, σηκώνεται ο φασισμός, να την κάνεις για να ηρεμήσει το κεφάλι σου απ’ τις δυσάρεστες ειδήσεις. Το ξέρω δεν είναι τόσο απλό. Δεν είναι απλά κακές ειδήσεις. Η ζωή μας χαλάει στ’ αλήθεια και δεν έχει άλλη.

ΑΛΛΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΦΡΕΣΚΙΑΣ ΜΠΥΡΑΣ και βέβαια εξαιτίας της φριχτής μου ροπής για τους δεκάρικους, σκεφτόμουν από μέσα μου ότι κανονικά θα έπρεπε να λέμε ότι δε θα ‘θελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού στον κόσμο. Μόνο εδώ που μπορείς να μιλήσεις, να υπερασπιστείς, να διαδηλώσεις, να σταθείς δίπλα στον μετανάστη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μόνο εδώ που μπορείς να σταθείς δίπλα στους βασανισμένους αναρχικούς και τους χτυπημένους κομμουνιστές.

ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΞΥΛΙΝΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣΤΟΜΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ. Μα πώς αλλιώς να περιγράψω την αίσθηση ότι εδώ, σ’ αυτή την τρύπα του πλανήτη, σ’ αυτό το τραγικό σημείο, έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε το ελάχιστο σημαντικό. Κάποιος θα δώσει το τελευταίο πεντάευρώ του για τον Σακκά, κάποιος θα βοηθήσει έναν μετανάστη στο νοσοκομείο που δουλεύει, κάποιος θα βγει μαζί με τους καθηγητές στο δρόμο και κάποιος θα ριψοκινδυνέψειν για να γράψει ότι φασισμός δεν είναι μόνο ο συμμορίτης με τα μαύρα, αλλά κι αυτός που βγάζει λεφτά απ’ αυτόν κι αυτός που πουλάει στρατόπεδα συγκέντρωσης και πάει λέγοντας. Και ο καθένας κάνοντας ό,τι μπορεί, έστω κι αν είναι λίγο, έστω κι αν μοιάζει τίποτα, δικαιώνει για μερικά δευτερόλεπτα την ίδια του την ύπαρξη σ’ αυτό το σημείο του κόσμου.

ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟ ΜΟΙΑΖΕΙ ΔΥΣΚΟΛΟ, ΑΦΟΡΗΤΟ. Θέλω να πάω διακοπές, να ευχαριστηθώ ένα ποτό, να βγω βόλτα χωρίς να κάνει πάρτι η δυστυχία δίπλα μου. Όλα ανθρώπινα είναι και λέει ο σχολιαστής στο εκπληκτικό κείμενο του βρακιού «ωραίο τραγούδι / στείλε και κάνα άλλο / έχω ξεμείνει». Έχουμε ξεμείνει, είναι αλήθεια, και διαρκώς μας κατακλύζει αυτή η αίσθηση ότι δεν το αξίζουμε όλο αυτό. Και όλο ζητάμε να μας στείλουν κανένα τραγούδι. Και πας σε μια συναυλία στο Βύρωνα και αντιλαμβάνεσαι ότι όσο και να χοροπηδήσεις, όσα συνθήματα κι αν πεις, όσο κι αν ο κόσμος χοροπηδάει μαζί σου, δεν είναι αρκετό, γιατί έχουμε στ’ αλήθεια ξεμείνει. Και για να ξαναγίνουμε, θέλουμε να πούμε ένα τραγούδι να σπάσουν τα βράχια, να κουνηθεί όλη η Αθήνα, να καταργηθούν τα πρωτοσέλιδα και οι τύποι που πετάνε πέτρες πίσω απ’ τα ΜΑΤ, φωνάζοντας ζήτω η ΕΛΛΑΣ και οι παρουσιαστές που λένε με μισή καρδιά όχι στους νεοναζί, αλλά ολόψυχα ναι στη διαπόμπευση οροθετικών και όσοι κλαίνε για το μαχαιρωμένο έλληνα, αλλά όχι για τον μαχαιρωμένο ξένο.

ΕΧΟΥΜΕ ΞΕΜΕΙΝΕΙ και ζητάμε πού και πού ένα τραγούδι. Και ο καθένας ό,τι έχει κερνάει.

Το Βυτίο


Διαβάστε όλα τα κείμενα του Βυτίου εδώ

εμφάνιση σχολίων