Έκλεισε η «Μουριά» στα Εξάρχεια και η συζήτηση είναι με ποιο τρόπο αλλάζει η εποχή και αν εμείς με τις δικές μας επιλογές μπορούμε να βοηθήσουμε τις Μουριές να ριζώνουν στις ζωές μας.
Θέλουμε, λέει, να πηγαίνουμε εκεί που υποδύονται την παραδοσιακή πατίνα και όχι στα αυθεντικά. Κάνουμε, λέει, μόνοι μας τις ζωές μας γκρι και ομοιόμορφες, σαν διαφημίσεις σκανδιναβικών επίπλων.
«Δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας» έλεγε ο Ελύτης μισό αιώνα πριν και ο Χατζιδάκις: «η παράδοση έχει αξία, μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας». Συνεχίζουμε ακόμα να αναζητάμε τους δικούς μας όρους αναπνοής της προόδου, που έλεγε και ο Ρένος Αποστολίδης.
Αφεθήκαμε ανυπεράσπιστοι, φορέσαμε κουστούμια που έραψαν άλλοι για εμάς, υποδεχθήκαμε την ξέφρενη άνοδο του καπιταλισμού της καταστροφής με απάθεια και καταλήξαμε χωρίς αντίσταση, άλλες φορές χωρίς μνήμη και άλλες χωρίς ελπίδα.
Φαντάζομαι πως όλοι έχουν, όπως κι εγώ, κάποιον κοντινό, που τον έδιωξαν από το σπίτι του «για ιδιοκατοίκηση» μετά από δεκαετίες, γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τα τριπλάσια.
Κάποιον επιχειρηματία που του έκαναν έξωση από την έδρα του γιατί «πέθανε ο παππούς» με τον οποίο είχε δώσει χέρια κάποτε.
Κάποιους που έφυγαν από το νησί τους επειδή έσκασαν ξαφνικά μιλιούνια τσάντες με μαύρο χρήμα, που άλλαξαν τον τόπο και τον έκαναν αβίωτο.
Κάποιους μικρούς και μικρομεσαίους, που δεν αντέχουν πια να ανταγωνίζονται τις αλυσίδες με τα κλεμμένα ΦΠΑ και τις ψεύτικες εργατοώρες.
Στη γειτονιά μου, έκλεισε αυτές τις μέρες ο μανάβης. Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε μανάβικο, ήταν το μαγαζί που έδινε βερεσέ στους ηλικιωμένους όταν τους καθυστερούσαν τη σύνταξη ή τους τελείωνε πιο νωρίς -διακριτικά πάντα, με ευπρέπεια, γλυκύτητα, αβροφροσύνη.
Ήταν το στέκι που έφτιαχνε «μαμαδίστικα» στις γιορτές, για τους μοναχικούς –βαμμένα αυγά το Πάσχα, σπεσιαλιτέ για τις επετείους, γλυκά για τις γιορτές.
Ήταν το μαγαζί που τάιζε τα αδέσποτα γατιά και τα γιατροπόρευε. Ακόμα και οι σκύλοι ήθελαν να κάνουν μια στάση εκεί, με γρήγορές, χαρούμενες ουρές κι έπαιρναν τη λιχουδιά τους πάντα.
Ήταν η γωνιά μας που μύριζε βότανα και φώτιζε τη γειτονιά σχεδόν όλη τη μέρα, μέχρι αργά το βράδυ.
Τα ρολά έκλεισαν αλλά η τροφή για τα αδέσποτα σερβίρεται ακόμα στα μπολάκια. Οι γατούλες που τρώνε μόνες στο κρύο τώρα, κάνουν τους περαστικούς να κοιτάζονται στα μάτια. Σκουπίζουν ένα δακράκι και λένε με ένα νεύμα του κεφαλιού, ο ένας στον άλλον: «σε ξέρω, σε είχα δει τόσες φορές στο μανάβη, δεν έχουμε μιλήσει ποτέ, ίσως αν μιλούσαμε όλα να ήταν διαφορετικά».