0
1
σχόλια
704
λέξεις
CULTURE
«Ένα βιβλίο μπορεί να έχει θεραπευτική δύναμη, και κυρίως είναι μια μηχανή ενσυναίσθησης»
 
PRESS
7 Μαΐου 2026

Σε έναν κόσμο αλγορίθμων που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Καρλ Κόλχοφ, ένας ηλικιωμένος βιβλιοπώλης, επιμένει να περπατά. Κάθε βράδυ, μετά το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου του, παραδίδει ο ίδιος τις παραγγελίες σε επιλεγμένους πελάτες. Δεν είναι απλώς ένας διανομέας. Είναι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε μοναχικούς ανθρώπους και τις ιστορίες των βιβλίων που έχουν ανάγκη να διαβάσουν.

Ο Γερμανός συγγραφέας και κριτικός οίνου Κάρστεν Χεν είδε το μυθιστόρημά του «Ο Ταχυδρόμος των Βιβλίων» να μετατρέπεται σε ένα απροσδόκητο εκδοτικό φαινόμενο, μεταφρασμένο σε περισσότερες από 30 γλώσσες, ανάμεσά τους και τα ελληνικά. Το παρουσιάζει στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης μαζί με τον συγγραφέα Κυριάκο Αθανασιάδη σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Γκαίτε Θεσσαλονίκης.

Η γέννηση ενός ήρωα από μια τυχαία διήγηση

Η ιδέα του βιβλίου ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. «Μια καλή μου φίλη μου διηγήθηκε το 2012 την ιστορία ενός παλιού βιβλιοπώλη στο Άαχεν που παρέδιδε βιβλία με τα πόδια», θυμάται ο Χεν μιλώντας στην Deutsche Welle. Η εικόνα ενός ανθρώπου που επιλέγει την πιο αργή μορφή μετακίνησης σε έναν αιώνα που «λατρεύει το είδωλο της ταχύτητας» λειτούργησε ως ηλεκτροσόκ για τον συγγραφέα. Παρά την ευκαιρία να γνωρίσει τον πραγματικό βιβλιοπώλη, ο Χεν αρνήθηκε. Προτίμησε να αφήσει τη φαντασία του ελεύθερη.

Ο ήρωας Καρλ Κόλχοφ που προέκυψε δανείστηκε στοιχεία από τον πατέρα του συγγραφέα, έναν άνθρωπο που ζούσε περισσότερο μέσα στις σελίδες των βιβλίων, παρά στην πεζή πραγματικότητα. Ο Καρλ δίνει στους πελάτες του ονόματα λογοτεχνικών ηρώων, αναγνωρίζοντας πίσω από την καθημερινή τους δυστυχία το μεγαλείο ενός δράματος ή μιας κωμωδίας.

H Λογοτεχνία είναι το οξυγόνο της Δημοκρατίας

Στο μυθιστόρημα, η μοναχική και τελετουργική ζωή του Καρλ ανατρέπεται, όταν εμφανίζεται η Σάσα, ένα εννιάχρονο κορίτσι γεμάτο περιέργεια. Η Σάσα γίνεται ο καταλύτης που βγάζει τον ηλικιωμένο άνδρα από το «καβούκι» του.

Για τον Χεν, αυτή η σχέση συμβολίζει την ιδανική συνάντηση των γενεών. «Στην παιδική ηλικία όλα είναι ακόμη δυνατά», εξηγεί. «Ο Καρλ είναι σοφός και πολυδιαβασμένος, η Σάσα είναι θαρραλέα και απρόβλεπτη. Μαζί, γίνονται πολύτιμοι ο ένας για τον άλλον. Όπως ακριβώς και η σχέση των παππούδων με τα εγγόνια, που είναι τόσο σημαντική και ιδιαίτερη. Απαλλαγμένες από το καθήκον της ανατροφής, οι γενιές συναντιούνται εδώ, ιδανικά στο ίδιο επίπεδο και με αγάπη στην καρδιά».

Όμως, το βιβλίο δεν είναι απλώς μια τρυφερή ιστορία φιλίας. Είναι μια βαθιά πολιτική δήλωση για την αξία της Λογοτεχνίας. Ο Χεν είναι σαφής: «Ένα βιβλίο μπορεί να έχει θεραπευτική δύναμη, και κυρίως είναι μια μηχανή ενσυναίσθησης. Χωρίς ιστορίες δεν υπάρχει ενσυναίσθηση, και χωρίς ενσυναίσθηση δεν υπάρχει Δημοκρατία. Η Τέχνη είναι το οξυγόνο του πολιτεύματός μας», επισημαίνει στην Deutsche Welle.

Από το χαρτί στη μεγάλη οθόνη: Η επιτυχία του βιβλίου στην Ελλάδα συγκινεί ιδιαίτερα τον συγγραφέα. «Η Ελλάδα ως λίκνο της Ευρώπης, και κυρίως ως λίκνο του θεάτρου, έχει τεράστια σημασία τόσο για τον Καρλ όσο και για εμένα. Θυμάμαι ακόμα ακριβώς όταν στάθηκα στο Θέατρο του Διονύσου και με κυρίευσε ένα αίσθημα δέους: εδώ ξεκίνησαν όλα! Είμαι ένας από τους αμέτρητους απογόνους αυτών των μεγάλων, αρχαίων αφηγητών, εδώ βρίσκονται και οι δικές μου ρίζες ως δημιουργού ιστοριών», λέει χαρακτηριστικά. O Χεν μόλις ολοκλήρωσε μια θεατρική διασκευή του «Tαχυδρόμου των Βιβλίων». Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε πρόσφατα στον γερμανικό κινηματογράφο, με τον διάσημο ηθοποιό Κρίστοφ Μαρία Χερμπστ στον ρόλο του Καρλ. Η ταινία κατάφερε να αποδώσει τη μελαγχολική, αλλά και αισιόδοξη ατμόσφαιρα του βιβλίου, ενισχύοντας περαιτέρω τη φήμη του Χεν ως ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους «παραμυθάδες» της Γερμανίας.

Μια απάντηση στην ψηφιακή μοναξιά

Όταν ο Καρλ χάνει τη δουλειά του, η κοινότητα που ο ίδιος δημιούργησε ενεργοποιείται. Σε μια εποχή πόλωσης και σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται συχνά ως απλοί «καταναλωτές» ή «χρήστες», ο Χεν υμνεί τη μικρή ομάδα και τη δύναμη της γειτονιάς.

«Η αλληλεγγύη χάνεται ξανά και ξανά σε μια κοινωνία όπου τα άτομα αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους μόνο ως ανταγωνιστές και καταναλωτές, παρόλο που η δίψα για κοινότητα υπάρχει μέσα σε όλους μας. Όλοι λαχταράμε τόσο πολύ τη σύνδεση, όλοι λαχταράμε την ανταλλαγή απόψεων. Και μάλιστα την άμεση. Σε αυτό, οι φιλίες μέσω των κοινωνικών δικτύων βοηθούν μόνο περιορισμένα. Το να καθόμαστε μαζί, να τρώμε μαζί, να πίνουμε, να γελάμε, ακόμα και να τσακωνόμαστε, όλα αυτά είναι τόσο σημαντικά. Αυτό είναι που μας γεμίζει και μας κάνει ευτυχισμένους ως ανθρώπους. Το «μαζί».

Διογένης Δημητρακόπουλος Ανταποκριτής της DW
 

εμφάνιση σχολίων