Η νέα άνοδος στις τιμές των καυσίμων, υπό τη σκιά της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει το ζήτημα του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη. Άλλες χώρες κινούνται άμεσα με παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών ενώ η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα από τα ακριβότερα μοντέλα κατανάλωσης καυσίμων διεθνώς, με το βάρος να μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον καταναλωτή.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ιταλία και η Αυστρία ενεργοποίησαν άμεσα μηχανισμούς αποκλιμάκωσης. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι προχώρησε σε μείωση φόρων κατά 25 λεπτά το λίτρο για τρεις εβδομάδες, συνοδεύοντας το μέτρο με αυστηρούς ελέγχους στην αγορά. Αντίστοιχα, ο καγκελάριος Κρίστιαν Στόκερ ανακοίνωσε παρεμβάσεις που περιορίζουν την τιμή περίπου κατά 10 λεπτά το λίτρο. Οι κινήσεις αυτές, έστω και προσωρινές, αποτυπώνουν μια σαφή πολιτική επιλογή: άμεση μείωση του κόστους στην αντλία.
Στον αντίποδα, η ελληνική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και διαρθρωτική. Η τιμή της αμόλυβδης κατατάσσει τη χώρα στις ακριβότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις πρώτες παγκοσμίως και οφείλεται αποκλειστικά στις διεθνείς αγορές ενέργειας, αλλά κυρίως στη φορολογική επιβάρυνση.
Συγκεκριμένα, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στη βενζίνη ανέρχεται περίπου στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο, ενώ ο ΦΠΑ 24% επιβαρύνει περαιτέρω την τελική τιμή. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φορολόγησης καυσίμων στην Ευρώπη, γεγονός που εξηγεί γιατί η Ελλάδα διατηρεί υψηλές τιμές ακόμη και όταν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου δεν βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά.
Η κυβέρνηση, πάντως, απορρίπτει προς το παρόν το ενδεχόμενο μείωσης των φόρων. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει ότι μια τέτοια παρέμβαση θα δημιουργούσε σημαντικό δημοσιονομικό κενό, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει πρόθεση «να ανοίξει τρύπα στον προϋπολογισμό» χωρίς ευρωπαϊκή συνεννόηση. Αντίστοιχη ήταν και η τοποθέτηση του υπουργού Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση για ενδεχόμενη μείωση του ΕΦΚ μια συντονισμένη ευρωπαϊκή πολιτική.
Έτσι, η ελληνική στρατηγική εστιάζει σε πιο στοχευμένα μέτρα, όπως επιδοτήσεις τύπου fuel pass, που απευθύνονται κυρίως στα χαμηλότερα εισοδήματα. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν τη δομή της τιμής, αλλά λειτουργούν ως προσωρινή ανακούφιση.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά καυσίμων όπου η ακρίβεια αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρεμβαίνουν άμεσα στην τιμή, η Ελλάδα επιλέγει να διαχειριστεί τις συνέπειες και όχι την αιτία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η βενζίνη να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.