0
1
σχόλια
1841
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
«Αντί να δημιουργήσουμε απλώς μια εξατομικευμένη κουλτούρα της προσφοράς, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε τον καπιταλισμό». Από τον Μάθιου Σνόου

 
DOCTV.GR | ΦΩΤΟ: ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
23 Νοεμβρίου 2022
Ο Mathew Snow είναι υποψήφιος διδάκτορας φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Pittsburgh. Ενδιαφέρεται για τις αντιλήψεις της αρετής, της ευτυχίας και τις προοπτικές για τη σωστή σχέση μεταξύ των δύο - που συχνά θεωρείται ως το ύψιστο καλό, τόσο φιλοσοφικά όσο και ιστορικά και κοινωνιολογικά. Αυτό συνεπάγεται κάτι περισσότερο από ένα επιδερμικό ενδιαφέρον για κοινωνικά θέματα, αλλά και θέματα πολιτικής οικονομίας και ιδεολογίας. Το παρακάτω κείμενό του δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Jacobin με τίτλο Against Charity.

Φαντάσου ότι είσαι παρών τη στιγμή που ένα παιδί πνίγεται σε μια μικρή λίμνη, και είσαι ο μόνος εκεί κοντά που μπορεί να βοηθήσει. Εύκολα θα μπορούσες να σώσεις το παιδί βουτώντας, παρά το ότι θα μούσκευες τα ρούχα και τα παπούτσια σου. Άλλωστε, αν δεν το κάνεις, το παιδί θα πεθάνει. Δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη: πρέπει να σώσεις το παιδί. Θα ήταν διαφορετική η στάση σου, ακόμη κι αν υπήρχαν κι άλλοι τριγύρω που μπορούσαν να βοηθήσουν; Όχι. Θα έπρεπε να είναι, ακόμη κι αν το απελπισμένο παιδί δεν βρισκόταν ακριβώς μπροστά σου; Όχι.

Το ερώτημα, τώρα, αφορά το κατά πόσο είναι κανείς λιγότερο «υποχρεωμένος» να παρέμβει αν το παιδί δεν πνίγεται, αλλά βρίσκεται σε κίνδυνο να πεθάνει, λόγω έλλειψης φαγητού, νερού ή φαρμακευτικής περίθαλψης, και τα μόνα διαθέσιμα μέσα για το βοηθήσουμε είναι να δωρίσουμε χρήματα για φιλανθρωπία. Για τον Πίτερ Σίνγκερ η απάντηση είναι όχι: η «υποχρέωση» δεν είναι μικρότερη. Στο «Famine, Affluence, and Morality» και στο βιβλίο του The Life You Can Save (2009), ο φημισμένος φιλόσοφος εξηγεί πως κανείς είναι εξίσου υποχρεωμένος να βοηθήσει όσους βρίσκονται σε κατάσταση ακραίας φτώχειας μέσω φιλανθρωπικών πράξεων, όσο το να βοηθήσει ένα παιδί που πνίγεται.

Η ηθική αρχή και στις δύο περιπτώσεις είναι η ίδια: οφείλουμε να μειώσουμε τον πόνο των άλλων στον βαθμό που, κάνοντάς το, δεν απαιτείται να «θυσιάσουμε οτιδήποτε εξίσου σημαντικό». Στην περίπτωση του παιδιού που πνίγεται, ο ρουχισμός και τα παπούτσια δεν είναι εξίσου σημαντικά όσο η ζωή του, και στην περίπτωση της φιλανθρωπίας το χρηματικό ισοδύναμο του ρουχισμού και των παπουτσιών πάλι δεν είναι εξίσου σημαντικό όσο το να σωθεί η ζωή του παιδιού, αν διαθέτει κανείς (αυτός που δίνει τα χρήματα δηλαδή) τα οικονομικά μέσα. 

Το κίνημα των Αποτελεσματικά Αλτρουιστών: Αυτό το βασικό επιχείρημα έχει εμπνεύσει ένα διαρκώς ανεχόμενο κοινωνικό κίνημα, που αποκαλεί εαυτόν Effective Altruism (αποτελεσματικός αλτρουισμός). Τα μέλη του κινήματος υπολογίζουν πού και πώς το διαθέσιμο εισόδημα ξοδεύεται με τον βέλτιστο τρόπο και ενθαρρύνουν τους σχετικά εύπορους να διοχετεύουν το κεφάλαιό τους αναλόγως.

Πάνω από 17.000 άνθρωποι έχουν δεσμευθεί να δώσουν τουλάχιστον 1% τους ετήσιου εισοδήματός τους ετησίως για τέτοιους σκοπούς, και πάνω από 1.000 για το 10%. Πρόκειται για μια τάση εξαιρετικά δημοφιλή ανάμεσα σε εκατομμυριούχους, ενώ πολλοί το «λανσάρουν» ως το «νέο κοινωνικό κίνημα της γενιάς μας».

Πάντως, δεν πείθονται όλοι. Οι κριτικές ενάντια σε ανάλογες πρακτικές αφορούν συνήθως την αντιδημοκρατική φύση της φιλανθρωπίας, τον κίνδυνο υποβάθμισης και αποδυνάμωσης των απαραίτητων κρατικών υπηρεσιών και τη μακροπρόθεσμη ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη, καθώς τα αποτελέσματα της φιλανθρωπίας είναι περιορισμένα. Οι εξ αριστερών κριτικές πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα. Για παράδειγμα, ο Αμερικανός φιλόσοφος Πολ Γκόμπεργκ θεωρεί ότι το αναλυτικό πλαίσιο που προωθεί το επιχείρημα του Σίνγκερ «ενισχύει τον πολιτικό εφησυχασμό, απομακρύνοντας την προσοχή από πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα και στρέφοντάς τη σε αφηρημένες φιλοσοφικές διαφωνίες». Παράλληλα, τονίζει πως οι πόροι που απαιτούνται, ώστε με επιτυχία να μειωθεί η φτώχεια μέσω της φιλανθρωπίας ή να επιτευχθούν ριζοσπαστικές αλλαγές στο σύστημα, είναι τόσο πολλοί «ώστε διανέμοντάς τους στη μια κατεύθυνση, τους στερεί κανείς από την άλλη».

Βέβαια, το πρόβλημα με τα φιλανθρωπικά κινήματα είναι πιο βαθύ από μια απλή διαφωνία σχετικά με τον καλύτερο τρόπο για να βελτιωθούν οι ζωές των φτωχών παγκοσμίως. Το βασικό ζήτημα είναι η ηθική φιλοσοφία της αστικής τάξης στην οποία βασίζεται το κίνημα των Effective Altruists. Διαχωρίζουν –και ως εκ τούτου απαλλάσσουν– τις κοινωνικές δυναμικές που είναι δομικές στον καπιταλισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια εσφαλμένη ανάλυση, ταυτόχρονα σε ηθικό και δομικό επίπεδο, που φιλοδοξεί να λύσει τα πιο πιεστικά και σοβαρά προβλήματα αυτού του κόσμου με όρους κεφαλαίου.

Οι Effective Altruists αντιμετωπίζουν τις φιλανθρωπίες σαν «μαύρα κουτιά»: λεφτά μπαίνουν, ευνοϊκά αποτελέσματα βγαίνουν. Η επιθυμία για την επίτευξη σωτήριων αποτελεσμάτων καθιστά επιτακτική τη δωρεά χρημάτων. Η μόνη πτυχή της φιλανθρωπίας που αξίζει να αναλυθεί είναι οι προσδοκίες των δωρητών σχετικά με τον αντίκτυπο της δωρεάς, δηλαδή το κόστος ανά σωζόμενη ζωή ή η ποιοτική αναβάθμιση των χρόνων ζωής. Το κίνημα, έτσι, αποσιωπά τη σημασία των κοινωνικών σχέσεων, αποκρύπτοντας την ηθικότητα (και την αποτελεσματικότητα) της φιλανθρωπίας. Η παρουσίαση της φιλανθρωπίας ως «μαύρου κουτιού» αποτυπώνει απλώς τη σχέση μεταξύ του φιλάνθρωπου και του πιθανού θύματος ενός ανατρέψιμου κακού. Αλλά ακόμα κι αυτή η αναλογία είναι παραπλανητική, καθώς η συναλλαγή παρουσιάζεται ότι γίνεται μεταξύ ενός ανθρώπου με την ικανότητα να σώσει και ενός σε ανάγκη να σωθεί.

Στην πραγματικότητα, ο επίδοξος φιλάνθρωπος έχει μόνο τη δύναμη να πληρώσει άλλους να σώσουν το πιθανό θύμα. Οι δωρεές χρημάτων καθίστανται το πρωταρχικό μέσο δια του οποίου ο φιλάνθρωπος μπορεί να σώσει κάποιον που το έχει ανάγκη. Χωρίς μεταφορά χρημάτων, κανείς δεν σώζεται. Η ειρωνεία με το Effective Altruism είναι ότι καλεί τα άτομα να χρησιμοποιήσουν τα χρήματά τους για να παρέχουν τα απαραίτητα σε όσους τα χρειάζονται απεγνωσμένα, αλλά δεν έχει τίποτα να πει για το σύστημα που γεννά και καθορίζει τις ανάγκες.

Εξετάζοντας τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που συγκεντρώνουν και διαθέτουν τους πόρους σε όσους τους χρειάζονται, πρέπει να αναρωτηθούμε, επίσης, κατά πόσο είναι σωστό να παρακρατούνται αυτοί οι πόροι χάριν του κέρδους. Αυτό δεν είναι μόνο ηθικά κατακριτέο, αλλά και επιλήψιμο, ακριβώς για τον ίδιο λόγο για τον οποίο το κίνημα των Effective Altruists υποστηρίζει πως είναι λάθος να μη δίνει κανείς χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Είναι δηλαδή ανήθικο να συνεκτιμάται ένα μικρό χρηματικό ποσό (ή ό,τι θα μπορούσε αυτό να αγοράσει) σε σχέση με την ανθρώπινη ζωή ή ένα μίνιμουμ επίπεδο διαβίωσης.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, το κίνημα εμπορεύεται μια προφανή ηθική αλήθεια, χωρίς καμία αναφορά στη σχέση του με την καπιταλιστική συσσώρευση: ως άνθρωποι με χρήματα και ηθική συνείδηση, δεν γίνεται να βάζουμε τιμή στη ζωή, αλλά ως άνθρωποι που μετέχουν σε ένα σύστημα το οποίο διέπεται από τη λογική του κεφαλαίου, οφείλουμε. Το παράλογο αποτέλεσμα αυτής της συλλογιστικής είναι ότι τα άτομα καλούνται να πληρώσουν οποιαδήποτε τιμή ορίζει η αγορά για τις βασικές ανάγκες με βάση ηθικά κριτήρια, που όμως δεν υπάγουν καθόλου τις ανάγκες αυτές στη λογική της αγοράς. 

H «διάσωση αυτού που πνίγεται και οι φιλανθρωπικές δωρεές: Έτσι, καταλήγουμε και στη βασική αναντιστοιχία ανάμεσα στην περίπτωση της διάσωσης του υποθετικού αγνώστου που πνίγεται και στις δωρεές. Στην πρώτη περίπτωση, το κόστος για εμάς είναι απλώς ένα ιδιωτικό περιστασιακό κόστος, καθώς εν γνώσει μας λερώνουμε τα ρούχα και τα παπούτσια μας πέφτοντας στο νερό, ενώ στη δεύτερη το κόστος για εμάς ανέρχεται σε ό,τι οι καπιταλιστικοί θεσμοί μας ζητούν ως συνθήκη για να παρέχουν ό,τι χρειάζεται σε εκείνους που το έχουν ανάγκη.

Η αναλογία με τον πνιγμό κάποιου, ως εκ τούτου, λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις: το απεγνωσμένο παιδί έχει ανάγκες ως προς τη διατήρηση της ζωής του (φαγητό, καθαρό νερό, ιατρική περίθαλψη κ.α.) που το κεφάλαιο με μη δημοκρατικό τρόπο παράγει ή κατέχει, και υπαγορεύει τους όρους με βάση τους οποίους διανέμονται τα αγαθά. Μέσα από όσους το προσωποποιούν, το κεφάλαιο οδηγεί σε πνιγμό με τρεις τουλάχιστον τρόπους.

Πρώτον, το κεφάλαιο στην πραγματικότητα κατέχει ό,τι χρειάζεται αυτός που βρίσκεται σε κίνδυνο. Το κεφάλαιο θα αφήσει τον άνθρωπο αυτό να πεθάνει, εκτός αν λάβει ανάλογη πληρωμή. Ανεξαρτήτως του τί θα κάνουμε εμείς τελικά, η θέση του κεφαλαίου παραμένει ίδια: η ζωή εκείνου που πνίγεται δεν αξίζει όσο το κόστος των αγαθών για να τον διατηρήσουμε στη ζωή. Συν το ότι η συμμετοχή του κεφαλαίου στη διάσωση εξαρτάται από τη δυνατότητά του να επωφεληθεί από αυτό. Για το κεφάλαιο, πρόκειται για ακόμη μια συναλλαγή.

Δεύτερον, το κεφάλαιο παράγει «αγνώστους που πνίγονται». Η αδυναμία των επιχειρήσεων να επωφεληθούν από αυτούς που διαθέτουν ελάχιστη ή και καθόλου αγοραστική δύναμη είναι ο λόγος για τον οποίο τόσοι πολλοί φτωχοί άνθρωποι χρειάζονται αλτρουιστές για να τους σώσουν. Ωστόσο, η αγοραστική τους δύναμη καθορίζεται κυρίως από την ανάγκη του κεφαλαίου επί της εργασίας τους. Επιπλέον, η εμπορευματοποίηση των αναγκών από το κεφάλαιο υπονομεύει άμεσα την αυτάρκεια ολόκληρων πληθυσμών από τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο στο εσωτερικό τους οι πόροι διανέμονται.

Τέλος, όλα τα παραπάνω περιορίζουν τη δυνατότητα παρέμβασης των ενδιαφερόμενων μη καπιταλιστών. Εκτός από την αμφισβήτηση της εξουσίας του κεφαλαίου (rule of capital), η μοναδική άμεση επιλογή ενός μη καπιταλιστικού (θεσμού ή ιδρύματος) είναι να δωρήσει σε φιλανθρωπίες –συμβάλλοντας έτσι στην κερδοσκοπία τους επί των βασικών αναγκών– ή να αγνοήσει όσους έχουν ανάγκη.

Οι Effective Altruists, όπως ο Σίνγκερ, αρχίζουν και τελειώνουν την ανάλυσή τους με το πώς θα διαχειριστούν ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από τα παραπάνω. Και αυτό καθιστά το κίνημά τους ιδιαίτερα επιζήμιο. Το ζήτημα, ως φαίνεται γι’ αυτούς, δεν είναι ότι ο καπιταλισμός, θεσμοθετώντας ανήθικα αξιώματα, καταλήγει να αφήνει δισεκατομμύρια ανθρώπων στη φτώχεια και εκατοντάδες εκατομμύρια χωρίς βασικά αγαθά όπως το φαγητό, το νερό η στέγη και η βασική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αντιθέτως, πρόκειται για το ότι οι σχετικά εύποροι άνθρωποι δεν έχουν αγοράσει αυτά τα αγαθά από τις τάξεις των καπιταλιστών για όσους τα χρειάζονται, παρά οι ίδιοι ζουν καλά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να πεθαίνουν («living high and letting die»), είτε από άγνοια του τί θα μπορούσαν να αγοράσουν με αυτά τα χρήματα ή από αδυναμία της θέλησης, μπροστά σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Η λύση επομένως –για τους Effective Altruists– εναπόκειται στην ενίσχυση της προσοχής ως προς το τι μπορούν να αγοράσουν τα χρήματα και στη δημιουργία μιας «κουλτούρας της προσφοράς». Κάτι τέτοιο, βέβαια, μας απομακρύνει από το ότι τέτοια ζητήματα πρέπει να διευθετηθούν πέραν μιας κριτικής στις προσωπικές συνήθειες.

Στο μεταξύ, οι καπιταλιστές μετασχηματίζονται στους πιο επίδοξους σωτήρες μας, και οι ηθικοί φιλόσοφοι, πίσω από όλα αυτά, γίνονται λογιστές και έμποροι των φιλανθρωπικών οργανώσεων, προσποιούμενοι ότι «δρουν στο σήμερα για να τελειώσουν με την παγκόσμια φτώχεια» και βρίσκοντας «το μέγιστο καλό που μπορεί να κάνει κανείς». Επιχειρηματολογώντας υπέρ των απόψεών τους, οι Effective Altruists συχνά επικαλούνται φιλοσόφους με επιρροή και θρησκευτικές μορφές που τους στηρίζουν. Εις εξ αυτών ο Μένκιος, ο κυριότερος εκπρόσωπος της κομφουκιανής παράδοσης, που λέγεται ότι είχε αντιμετωπίσει τον βασιλιά Χούι του Λιάνγκ και είπε: «Υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν από πείνα στους δρόμους και δεν ανοίγεις τις σιταποθήκες σου γι’ αυτούς. Όταν οι άνθρωποι πεθάνουν όμως θα πεις: “Δεν ευθύνομαι εγώ. Φταίει η χρονιά”. Σε τί διαφέρει αυτό από το να μαχαιρώσεις κάποιον και να τον σκοτώσεις, αλλά μετά να ισχυριστείς πως δεν φταις εσύ, αλλά το μαχαίρι;»

Αντί, λοιπόν, να αναζητούμε τρόπους για το πώς οι ιδιώτες καταναλωτές μπορούν να εγγυηθούν την επιβίωση εκατοντάδων ανθρώπων, θα πρέπει να επερωτήσουμε ένα οικονομικό σύστημα που σταματάει τη δυστυχία και την πείνα, μόνον αν δεν είναι κερδοφόρες. Αντί να δημιουργήσουμε απλώς μια εξατομικευμένη κουλτούρα της προσφοράς, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε τον καπιταλισμό. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε τους όρους και τις λύσεις του κεφαλαίου για τα προβλήματα που το ίδιο γεννά ή τις ηθικές επιταγές που προϋποθέτουν. Μπορούμε να αλλάξουμε αυτούς τους όρους εντελώς.

Μετάφραση: Μίνα Κωστοπούλου. Πηγή: Ανθέματα. Επιμέλεια-μορφοποίηση: Μαριανίνα Πάτσα για το DOCTV.GR  
 
εμφάνιση σχολίων