Ο Βασίλειος (Βασίλης) Μάγγος ήταν 26 ετών και ενεργός στο αντιφασιστικό και αναρχικό κίνημα του Βόλου από την εφηβεία του. Είχε συμμετάσχει σε κινητοποιήσεις κατά της Χρυσής Αυγής και σε περιβαλλοντικούς αγώνες ενάντια στη βιομηχανική ρύπανση, στα σχέδια εκτροπής ορεινών πηγών και στην εγκατάσταση αιολικών πάρκων χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους κατοίκους.
Στις 13 Ιουνίου 2020, συμμετείχε σε μεγάλη διαδήλωση περίπου 5.000 ανθρώπων στον Βόλο, ενάντια στη σχεδιαζόμενη μονάδα επεξεργασίας απορριμμάτων για την παραγωγή στερεού ανακτηθέντος καυσίμου (SRF), το οποίο προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί στο εργοστάσιο τσιμέντου Ηρακλής της LafargeHolcim. Οι κάτοικοι φοβούνταν ότι η καύση του θα επιδείνωνε την ήδη επιβαρυμένη ατμοσφαιρική ρύπανση της περιοχής. Το εργοστάσιο είχε καταταχθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος μεταξύ των δέκα πιο επιβαρυντικών βιομηχανικών εγκαταστάσεων της Ελλάδας ως προς την ατμοσφαιρική ρύπανση και τη δημόσια υγεία.
Η διαδήλωση κατέληξε σε σοβαρά επεισόδια, με χρήση δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης και καταδίωξη διαδηλωτών από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Την επόμενη ημέρα, 14 Ιουνίου, ο Μάγγος περνούσε με τη μηχανή του έξω από τα δικαστήρια του Βόλου, όπου οδηγούνταν οι συλληφθέντες της προηγούμενης νύχτας. Αναγνωρίζοντας έναν από αυτούς, σταμάτησε και πλησίασε τους αστυνομικούς φωνάζοντας: «Τι του κάνετε;».
Η αστυνομική επίθεση που ακολούθησε καταγράφηκε σε βίντεο. Στα πλάνα φαίνονται αστυνομικοί να τον ρίχνουν στο έδαφος και να τον χτυπούν με γκλομπ και κλωτσιές, ενώ προσπαθεί να προστατεύσει το κεφάλι του. Η κακοποίηση συνεχίστηκε, σύμφωνα με τις καταγγελίες του, κατά τη μεταφορά του με περιπολικό και μέσα στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μαγνησίας. Εκεί δέχθηκε επιπλέον χτυπήματα και εξευτελιστική μεταχείριση. Αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες.
Υπέστη έξι κατάγματα στα πλευρά και τραυματισμούς στα εσωτερικά όργανα και νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες. Η σωματική ανάρρωσή του ήταν δύσκολη, ενώ η ψυχολογική του κατάσταση επιδεινώθηκε. Αντιμετώπιζε έντονο άγχος και αϋπνία και είχε χάσει την προηγούμενη εξωστρέφεια και ζωντάνια του. Μερικές εβδομάδες αργότερα διαγνώστηκε με κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες και του χορηγήθηκαν φάρμακα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.
Στις 13 Ιουλίου 2020, έναν μήνα μετά τον ξυλοδαρμό, βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιό του από τη μητέρα του. Η νεκροψία διαπίστωσε θάνατο από υπερβολική δόση συνδυασμού νόμιμων και παράνομων ουσιών, μεταξύ των οποίων και ηρωίνη. Σύμφωνα με τον πατέρα του, ο θάνατος προήλθε από λανθασμένο υπολογισμό της δόσης και τον συνδυασμό της ηρωίνης με τα συνταγογραφημένα φάρμακα, καθώς ο Βασίλειος είχε χάσει την προηγούμενη ανοχή του στην ουσία. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να δείχνουν πρόθεση αυτοκτονίας. Αντίθετα, τις τελευταίες ημέρες της ζωής του είχε ξεκινήσει προσπάθεια νομικής διεκδίκησης για την αστυνομική κακοποίηση και είχε συναντηθεί με τη δικηγόρο Άννυ Παπαρρούσου.
Η οικογένειά του συνέδεσε εξαρχής την ψυχολογική κατάρρευση και τον θάνατό του με την αστυνομική βία που είχε υποστεί. Ο πατέρας του, Γιάννης Μάγγος, υποστήριξε ότι ο γιος του δεν πέθανε απευθείας από τα τραύματα του ξυλοδαρμού, αλλά ότι η κακοποίηση τον οδήγησε σε μια αυτοκαταστροφική πορεία. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και έγινε σημείο αναφοράς στον αγώνα κατά της αστυνομικής αυθαιρεσίας.
Έξι χρόνια μετά, στις 31 Οκτωβρίου 2026, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας έκρινε ενόχους πέντε από τους έξι αστυνομικούς που κατηγορούνταν για την υπόθεση. Οι πέντε καταδικάστηκαν για βασανιστήρια μέσα στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, καθώς και για επικίνδυνη σωματική βλάβη, έκθεση σε κίνδυνο και παράνομη κατακράτηση. Για το σκέλος της κακοποίησης κατά τη μεταφορά του με το περιπολικό, το δικαστήριο δεν αναγνώρισε το αδίκημα των βασανιστηρίων, αλλά μετέτρεψε την κατηγορία σε απλή σωματική βλάβη και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Η δίωξη για αυτές τις πράξεις έπαυσε οριστικά, καθώς απαιτούνταν έγκληση.
Η συνολική ποινή που επιβλήθηκε στους πέντε αστυνομικούς, μετά τη συγχώνευση των ποινών, είναι έξι έτη και δέκα μήνες. Η έφεσή τους έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, επομένως παραμένουν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Η εισαγγελέας είχε προτείνει την ενοχή και των έξι κατηγορουμένων.
Η δικαστική απόφαση αποτελεί σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση και αναγνώριση της κακοποίησης του Βασίλειου Μάγγου από αστυνομικούς. Ο πατέρας του, μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας, δήλωσε ότι ο γιος του παραδίδεται δικαιωμένος στην ιστορία, με το μήνυμα «Βασίλειος Μάγγος παρών».