0
1
σχόλια
673
λέξεις
ΣΙΝΕΦΙΛ

Ένα φεστιβαλικό αφιέρωμα σε ελληνικές ταινίες με φόντο την Αθήνα. Με ελεύθερη είσοδο

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ [email protected]
10 Ιουλίου 2013
Η Περιφέρεια Αττικής και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου διοργανώνουν και το φετινό καλοκαίρι, από την Πέμπτη 11 έως και την Τετάρτη 17 Ιουλίου, το δεύτερο κινηματογραφικό αφιέρωμα με θέμα την Αθήνα στον κινηματογράφο. Θα προβληθούν συνολικά επτά ταινίες, μία ανά δεκαετία από τα χρόνια του ’60 έως το 2010, συν δύο της δεκαετίας που διανύουμε, οι οποίες -κατά το σκεπτικό των διοργανωτών- σκιαγραφούν το κλίμα της κάθε εποχής και τις κοινωνικές αλλαγές που επήλθαν στη φυσιογνωμία και το ανθρώπινο δυναμικό της πόλης, ειδικά από την έλευση των οικονομικών (και άλλων) μεταναστών και μετά.

Το «Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» (1965) του Γιώργου Τζαβέλλα (11.07) είναι μια κλασική κωμωδία, που ναι μεν σχολιάζει τα ήθη μιας εποχής, αλλά η οποία δεν έχει το κοινωνικό «βάρος» που χαρακτηρίζει τις ταινίες που ακολουθούν τις επόμενες ημέρες. Το ίδιο ισχύει και για το «Αν» (17.07) του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Δε μιλάμε για την αξία των ταινιών, αλλά για την παρουσία τους, προφανώς ως ταινιών έναρξης και λήξης, οι οποίες, αν και συνδέονται θεματικά (λόγω της παρουσίας των πρωταγωνιστών της πρώτης στη δεύτερη, 47 χρόνια μετά), μοιάζουν κάπως παράταιρες μέσα στο σύνολο των υπολοίπων.

Η ταινία «Το Βαρύ Πεπόνι» (1977) του Παύλου Τάσιου (12.07) είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού σινεμά της μεταπολίτευσης, που ενώ ήταν θεματικά στρατευμένο (παρακολουθούμε τη μετάλλαξη ενός «παρτάκια» σε άτομο με κοινωνική και ταξική συνείδηση), προσπαθούσε να είναι και φιλικό προς το μέσο θεατή, χωρίς φορμαλιστικούς γρίφους και arthouse βλέψεις, πράγμα το οποίο καταφέρνει και με το παραπάνω.

Κανείς φιλικότερος προς τους θεατές, όλ’ αυτά τα χρόνια, από τον Νίκο Περάκη, ο οποίος γυρίζει πολιτικές ταινίες με τελείως απολιτικό τρόπο. Στο «Βίος + Πολιτεία» (1987, προβολή στις 13.07), άτυπη συνέχεια του «Λούφα και Παραλλαγή» (1984), επίκαιρη σήμερα όσο δε γίνεται, βρίσκουμε τον Καραμάνο (Γιώργο Κιμούλη) της Λούφας, να απειλεί να τινάξει στον αέρα το κτίριο του ΟΤΕ στην Πατησίων στο οποίο εργάζεται, απηυδισμένος απ’ την πολιτική διαφθορά της εποχής του (τότε που το ΠΑΣΟΚ είχε γίνει Σεΐχης στη θέση του Σεΐχη). Υπόδειγμα μαύρης κωμωδίας με τσαγανό.
 
Τσαγανό είχε σίγουρα κι ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, όταν το 1998 με το «Από την Άκρη της Πόλης» (14.07) τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του ελληνικού σινεμά της εποχής, παρουσιάζοντάς μας φέτες αληθινής ζωής από την καθημερινότητα των νεαρών, «περιθωριακών» ελληνορωσοποντίων στο κέντρο και στην άκρη της πόλης, παντρεύοντας τον Ζενέ με τον Κακογιάννη.

Στη «Λιούμπη» (2005) της Λάγιας Γιούργου (15.07), οι δρόμοι της ρωσικής καταγωγής οικιακής βοηθού και του γιου της οικογένειας (της οποίας την ανάπηρη μάνα εκείνη φροντίζει), θα συναντηθούν, αντιμετωπίζοντας τις προκαταλήψεις αλλά και τον απροκάλυπτο πλέον ρατσισμό της κοινωνίας γύρω τους.

Τέλος στο «Γάλα» (2011) του Γιώργου Σιούγα (16.07), βασισμένο στο γνωστό θεατρικό έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, βλέπουμε, σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη, την εικόνα μας μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας μεταναστών (μητέρα και δύο γιοι) από την ανατολική Ευρώπη, στην απελπισμένη προσπάθειά τους να αφομοιωθούν στην ελληνική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μόλις έχει αρχίσει να δείχνει το σκληρό της πρόσωπο σε ντόπιους και ξένους, μη προνομιούχους.

Η πιο ακριβοθώρητη όλων είναι το «Βαρύ Πεπόνι», το οποίο σπάνια προβάλλεται πλέον. Η «Λιούμπη» και «Το Γάλα» είχαν την ατυχία να βγουν σε εποχές που το κοινό αποθέωνε τις κωμωδίες τηλεοπτικών «αστέρων». Είναι οι μοναδικές δύο που δε γνώρισαν εισπρακτική επιτυχία. Εκεί ακριβώς θα θέλαμε να εστιάσει το επόμενο αφιέρωμα. Είτε σε ταινίες παραγνωρισμένες, που δε γνώρισαν την ανταπόκριση που τους άξιζε (“Delivery”, «Ώρες Κοινής Ησυχίας», «Μια Μέρα τη Νύχτα»), είτε σε ταινίες που σπάνια προβάλλονται πια, όπως «Τα Χρώματα της Ίριδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Τα Δυο Φεγγάρια τον Αύγουστο» του Κώστα Φέρρη ή την, άθελά της προφητική, «Πρωινή Περίπολο» (1987) του Νίκου Νικολαΐδη, η οποία, αν και δε δίνει όνομα στην πόλη της οποίας το δυσοίωνο μέλλον περιγράφει, είναι γυρισμένη σε γωνιές της πόλης μας, οι οποίες -σαν άλλες πύλες προς το χωροχρόνο- φωτογράφιζαν ήδη από τότε τη σημερινή παρακμή της.


Info: «Η Αθήνα στον Κινηματογράφο», από Πέμπτη 11 Ιουλίου έως Τετάρτη 17 Ιουλίου. Κινηματογράφος Cine Αττικόν-Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Αττικό Άλσος, περιφερειακός Γαλατσίου, Γκύζη. Διοργάνωση: Περιφέρεια Αττικής, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Είσοδος ελεύθερη

εμφάνιση σχολίων