0
3
σχόλια
1578
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
«Ο δρόμος είχε τη δική του Ιστορία…»
 
DOCTV.GR
11 Σεπτεμβρίου 2018

Στο κείμενο μιλάει η Μάρω Λοίζου, συγγραφέας και σύντροφος του Μάνου. Το πολύτιμο κείμενο που αποτυπώνει τα πρώτα βήματα του Μάνου αλλά και την ιστορία της εποχής τους

 
Το 1960 ήμουνα είκοσι χρόνων. Ζούσα σε μια γειτονιά της τότε Αθήνας, στον Κολωνό. Παρ’ όλη τη φτώχεια μας, είχαμε σχηματίσει μια όμορφη και δημιουργική παρέα. Τα Σαββατοκύριακα μαζευόμασταν σε κάποιο σπίτι, αγοράζαμε ρεφενέ βερμούτ και στραγάλια, χορεύαμε τσα τσα τσα, διαβάζαμε ή απαγγέλλαμε ποιήματα (ακόμη θυμάμαι την «Ντουλάπα» του Λειβαδίτη, που ήταν το σουξέ μου, και τον Δημήτρη Γκιώνη με τον Καζαντζάκη του), καπνίζαμε τα πρώτα μας τσιγάρα στο λόφο του Σκουζέ, κι όταν ο καιρός το επέτρεπε ανεβαίναμε ως την Καισαριανή για να παίξουμε ερωτικά παιχνίδια ανάμεσα στα πεύκα και τα κυπαρίσσια. Και οπωσδήποτε για να τραγουδήσουμε: Θεοδωράκη ή Χατζιδάκι. Τον Θεοδωράκη ψιθυριστά γιατί τότε ήταν, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, απαγορευμένος ως ανατρεπτικός.

Ο ΣΦΕΜ είχε ξεκινήσει ως σύλλογος «Φίλων της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη» και είχε κινητοποιηθεί τα μέγιστα για να αρθεί από το ραδιόφωνο η απαγόρευση των τραγουδιών του Θεοδωράκη και να τον πείσει να έρθει στην Ελλάδα.       


Το καλοκαίρι του 1962 ο Χατζιδάκις ανεβάζει την «Οδό Ονείρων» και ο Θεοδωράκης την «Όμορφη Πόλη» του Μποστ στο θέατρο «Παρκ». Στη χορωδία έπαιρνε μέρος και μια φίλη μου. Τη χορωδία διηύθυνε ο Μάνος Λοΐζος. Ένα απριλιάτικο βράδυ η φίλη με κάλεσε να παρακολουθήσω τις πρόβες. Έτσι γνώρισα τον Μάνο. Ο Μάνος, όπως και όλη η χορωδία, ήταν μέλος του Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής, του περίφημου ΣΦΕΜ. Ο ΣΦΕΜ είχε ξεκινήσει ως σύλλογος «Φίλων της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη» και είχε κινητοποιηθεί τα μέγιστα για να αρθεί από το ραδιόφωνο η απαγόρευση των τραγουδιών του Θεοδωράκη και να τον πείσει να έρθει στην Ελλάδα. Όπως και έγινε. Τα γραφεία του ΣΦΕΜ ήταν στην οδό Σόλωνος 115, στην Αθήνα. Ο σύλλογος ΣΦΕΜ λίγο λίγο έγινε φυτώριο νέων καλλιτεχνών. Είμαστε δεν είμαστε είκοσι-είκοσι πέντε χρόνων όλοι (μόνο η Μαρία Φαραντούρη ήταν μικρότερη, πήγαινε ακόμη σχολείο και στις πρόβες τη συνόδευε πάντα η μαμά της). Σ’ αυτό το πανέμορφο νεοκλασικό με τη σκάλα που μονίμως έτριζε και τα φθαρμένα, ξύλινα πατώματα, ωριμάζαμε ο ένας πλάι στον άλλον, τραγουδώντας κάθε βράδυ τραγούδια που εμείς γράφαμε και βέβαια παίρνοντας μέρος στις συνεχείς διαδηλώσεις της εποχής εκείνης.

Έτσι, μέσα σε μια Αθήνα που τώρα πια αρχίζει να βράζει, συνεχίζουμε και εμείς τη δική μας πορεία. Από τους Λαμπράκηδες που τώρα πια έχουν δημιουργηθεί (και στους οποίους έχουν ενσωματωθεί οι Μπέρτραντ Ράσελ) στον ΣΦΕΜ και από τον ΣΦΕΜ στην Πλάκα.


Έτσι, μέσα σε μια Αθήνα που τώρα πια αρχίζει να βράζει, συνεχίζουμε και εμείς τη δική μας πορεία. Από τους Λαμπράκηδες που τώρα πια έχουν δημιουργηθεί (και στους οποίους έχουν ενσωματωθεί οι Μπέρτραντ Ράσελ) στον ΣΦΕΜ και από τον ΣΦΕΜ στην Πλάκα. Πρώτα στα «Μπακαλιαράκια» για να πούμε κανένα τραγούδι και να μας κεράσουν κάτι να φάμε και μετά στον Γιάννη Αργύρη και τον Γιώργο Ζωγράφο για να τον ακούσουμε να διαβάζει με το μοναδικό, ανεπανάληπτο τρόπο του τα κείμενα του Μποστ και ιδιαίτερα «Το επάγγελμα της μητρός μου». Κάθε βράδυ, όλοι εκεί: ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Αλέκος Σταματέλης, η Αγγέλα Ζώη, η Εφη Παναγιώτου, ο Χρήστος Λεοντής, η Δέσποινα Ξενάκη, η Μαρία Ελευθερίου, ο Νότης Μαυρουδής, η Δανάη Σπηλιωπούλου, η Υακίνθη Κλάδη, ο Παναγιώτης Αντίοχος…

Τη δεύτερη φορά που συναντήθηκα με τον Μάνο ήταν στο σπίτι ενός φίλου. Στα χέρια του κρατούσε ένα δισκάκι που μόλις είχε εκδοθεί από την εταιρεία «Φιντέλιτυ». Ήταν «Το τραγούδι του δρόμου» σε μουσική δική του και στίχους του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε ελεύθερη απόδοση Νίκου Γκάτσου. Η συγκίνηση, μεγάλη. Ήταν ο πρώτος δίσκος ενός εικοσιπεντάχρονου νέου από την Αλεξάνδρεια που πότε σπούδαζε Φαρμακευτική, πότε Οικονομικά και πότε γραφίστας στη σχολή της Βακαλό. Ναι, η συγκίνηση ήταν μεγάλη και η υπερηφάνεια ακόμη μεγαλύτερη. Όπως και η τρύπα κάτω από τα φθαρμένα παπούτσια του που καθόλου δεν τον ένοιαζε να μας επιδεικνύει με άνεση. Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Πρωτομαγιά του 1962. (Αργότερα εγώ θα γράψω τους στίχους της «Πρωτομαγιάς» και ο Μάνος το «Πρώτη Μαΐου, θυμάσαι Μαρία, πόσο αγαπούσα τα μακριά σου τα μαλλιά».

Όταν η συναυλία τελείωσε ο Μίκης σηκώθηκε πανύψηλος και λαμπερός, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με μας και μας πρόσφερε μια πέτρα!


Το 1963 μαζί Θεοδωράκης και Χατζιδάκις ανεβάζουν στο θέατρο «Παρκ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας την επιθεώρηση ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και σκηνικά Μίνου Αργυράκη. Την ορχήστρα και τη χορωδία διευθύνουν ο Χρήστος Λεοντής και ο Μάνος Λοΐζος. Ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος υπήρχε ένα ιντερμέτζο, όπως το χαρακτήριζαν, των δύο νέων συνθετών. Έπαιζαν από δύο τραγούδια τους ο καθένας. Ήταν η πρώτη τους δημόσια εμφάνιση. (Ελπίζω να μην τους απογοητεύσαμε για τη γενναιοδωρία τους. Πάντως για μένα, η παρουσία αυτών των σπουδαίων ανθρώπων στη ζωή μου υπήρξε καθοριστική. Ο σεβασμός που αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον, το χιούμορ τους, οι πλάκες του Ζαμπέτα και του Μπιθικώτση με τα κορίτσια της χορωδίας, η καλοσύνη που μας κοίταζαν, η εμπιστοσύνη τους. Μας βοήθησαν έτσι να καλλιεργήσουμε μια ψυχική ισορροπία και πνευματικότητα που επιδίωξή της ήταν η ανάπτυξη των αυθεντικών αναγκών μας και η πραγμάτωση του ανθρώπινου δυναμικού μας).

Τον επόμενο χρόνο, στις 11 Μαρτίου του 1964, ο ΣΦΕΜ οργανώνει την πρώτη συναυλία του Μάνου Λοΐζου και του Χρήστου Λεοντή σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, Φώντα Λάδη και δικούς μου, που τότε ακόμη υπέγραφα ως Μάρω Λήμνου, το πατρικό μου. Εδώ θα ήθελα να πω ότι γι’ αυτά τα τραγούδια που έγραψα τότε με τον Μάνο, οπωσδήποτε αισθάνομαι μια βαθύτατη τρυφερότητα, αλλά ταλέντο σ’ αυτό το δύσκολο έργο της τέχνης εγώ δεν είχα. Εγώ το δρόμο μου το βρήκα αργότερα, ως Μάρω Λοΐζου πια, γράφοντας βιβλία για παιδιά. Σ’ αυτή τη συναυλία του «Ακροπόλ» βίωσα και μία από τις πιο συγκινητικές εμπειρίες της ζωής μου. Μου την πρόσφερε ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος καθόταν στις πρώτες σειρές του θεάτρου ανάμεσα στον Ρίτσο και τον Βρεττάκο. Όταν η συναυλία τελείωσε ο Μίκης σηκώθηκε πανύψηλος και λαμπερός, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με μας και μας πρόσφερε μια πέτρα!

«Σαν παλιότερος που είμαι, ήθελα σε σας τους νέους συναδέλφους να χάριζα κάτι περισσότερο από λόγια, κάτι που να σας μείνει και να το θυμάστε. Έψαξα, μα δεν βρήκα τίποτα καλύτερο απ’ αυτή την πέτρα, που πέρασε ξυστά στο κεφάλι μου την ώρα που διηύθυνα τον “Επιτάφιο”, στη Νάουσα, τον Οκτώβρη του 1961. Νομίζω πως μεγαλύτερο δώρο, καλύτερη τιμή δεν μου έγινε ως τώρα, ακόμα κι αν, όχι από λάθος δικό μου, δεν έφαγα αυτόν το σκληρό καρπό της μακεδονικής γης στο κεφάλι». Τη χρονιά εκείνη ο Θεοδωράκης ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, τη ΜΟΑ, η οποία έπαιζε προκλασική μουσική με μαέστρο τον Στέλιο Καφαντάρη. Εμείς, ο ΣΦΕΜ δηλαδή, ακολουθούσαμε παίζοντας δικά μας τραγούδια και απαγγέλλοντας ποιήματα που επί τούτου γράφαμε.Με το ξενύχτι κάθε βράδυ στην Πλάκα, το γράψιμο, το διάβασμα, τους έρωτες, τους τσακωμούς, τις συμφιλιώσεις, τη δουλειά για τον επιούσιο (εγώ τότε δίδασκα αγγλικά στου Στρατηγάκη)… Είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς ελεύθερα και αβασάνιστα προσφέραμε τέτοιο έργο.

Οι συναυλίες δίνονταν σε εργοστάσια και λαϊκές γειτονιές και είχαν μεγάλη απήχηση. Η δουλειά ήταν πολλή. Από τη μια οι Λαμπράκηδες μ’ έναν Θεοδωράκη ανεξάντλητο που συνεχώς εμπνεόταν καινούργιες δραστηριότητες, με συνεχείς διαδηλώσεις για «114», με το ξενύχτι κάθε βράδυ στην Πλάκα, το γράψιμο, το διάβασμα, τους έρωτες, τους τσακωμούς, τις συμφιλιώσεις, τη δουλειά για τον επιούσιο (εγώ τότε δίδασκα αγγλικά στου Στρατηγάκη)… Είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς ελεύθερα και αβασάνιστα προσφέραμε τέτοιο έργο, συνεισφέροντας έτσι στη διαμόρφωση ενός προοδευτικότερου κοινωνικού εγώ…

Το 1964 ο Μάνος δουλεύει στη ΣΤΟΑ, την μπουάτ του Γιώργου Κούνδουρου, στην πλατεία Κολωνακίου. Μαζί του η Φαραντούρη και ο Σαββόπουλος. Εκεί τον βρίσκει ένα βράδυ η Κωστούλα Μητροπούλου και του δίνει το «Δρόμο» και το «Στρατιώτη». Το 1965 συναντιέται με τον Γιάννη Νεγρεπόντη και μαζί γράφουν το «Γ’ Παγκόσμιο» και το «Ακορντεόν». Τον επόμενο χρόνο αρχίζουν να δουλεύουν τα «Νέγρικα». Ο Γιάννης έρχεται σπίτι μ’ ένα μπουκάλι κρασί, πίνουν και δουλεύουν ώρες ατέλειωτες. Κι είναι τότε που για πρώτη φορά, ως παρατηρητής πλέον, προσέχω αυτό το υπέροχο, ζεστό, ερωτικό φως που ο Μάνος έχει τη δύναμη να εκπέμπει και μέσα του να τυλίγονται, σαν σε κουκούλι, αυτός και οι συνεργάτες του. Κι είναι φορές που σκέφτομαι πως ίσως είναι αυτό το υπέροχο, ζεστό, ερωτικό φως που τα τραγούδια του απορρόφησαν και που, ακόμη και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, κάνει τους ανθρώπους να βουρκώνουν στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του.

Αυτό το υπέροχο, ζεστό, ερωτικό φως που ο Μάνος έχει τη δύναμη να εκπέμπει, ίσως είναι αυτό που τα τραγούδια του απορρόφησαν και που κάνει τους ανθρώπους να βουρκώνουν στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του.


Τα «Νέγρικα» ήταν απαγορευμένα σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, όπως και τα άλλα μέχρι τότε τραγούδια του Μάνου. Το χειμώνα του 1966 όμως παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Ήταν στη Φοιτητική Εβδομάδα της Ανωτάτης Βιομηχανικής και τραγουδούν την πρώτη φορά η Φαραντούρη και ο Γιώργος Ζωγράφος και τη δεύτερη η Φαραντούρη και ο Γιώργος Μούτσιος. Κόσμος πολύς, αλλά οι αστυνομικοί και οι μυστικοί ακόμη περισσότεροι. Στις 19 Απριλίου του 1967 η συναυλία επαναλαμβάνεται με τη συμμετοχή του Σαββόπουλου αυτή τη φορά. Είναι οργανωμένη από την ΕΦΕΕ και έχει προγραμματιστεί να επαναληφθεί στην Αθήνα τρεις μέρες μετά, στο Κεντρικό, δηλαδή στις 21 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Η δικτατορία μας τίναξε όλους στον αέρα, μας σκόρπισε, μας διαμέλισε, μας σακάτεψε. Ωστόσο, έστω και ανάπηροι, καθένας με τις δυνάμεις του, όλοι κάτι προσπαθήσαμε να κάνουμε για να αντισταθούμε. Τα εμπόδια έμοιαζαν ακόμη βατά, είχαμε πίστη, ελπίζαμε…


Ο Μάνος Λοΐζος (22 Οκτωβρίου 1937 – 17 Σεπτεμβρίου 1982) ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες.

Πηγές: Tvxs, os3.gr
 
εμφάνιση σχολίων