H Ευρώπη ανακαλύπτει τη ζωή της αγαπημένης ρεμπέτισσας
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ [email protected]
8 Νοεμβρίου 2014
Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας της βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βαμβακιού, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.
Για μια περίοδο, η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στην Κομοτηνή. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Αν και η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με αυτή την προοπτική, η Σάρα και μετέπειτα Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν που πήρε την απόφαση να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.
Εγκατέλειψε την οικογένειά της για να γίνει χορεύτρια στο θέατρο Grand Hotel της Θεσσαλονίκης. Έφηβη ακόμη, ερωτεύτηκε έναν εύπορο Καππαδόκη, 10 χρόνια μεγαλύτερό της, με τον οποίο κλέφτηκαν καθώς η οικογένειά του, δεν την ενέκρινε για νύφη. Η Ρόζα γέννησε ένα παιδί το οποίο έδωσε για υιοθεσία, μετά τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου της από άγνωστη αιτία.
Φτάνοντας στην Αθήνα, δούλεψε ως χορεύτρια και τραγουδίστρια στα καμπαρέ της εποχής. Εκεί την ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, ο οποίος μαγεύτηκε από το μέταλλο της φωνής της και τη σπαρακτική της ερμηνεία. Συνθέτης της Σμυρναϊκής Σχολής από την ομάδα των Μικρασιατών μουσικών που μετά την καταστροφή του 1922 διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο τραγούδι στην χώρα μας και αντιπρόσωπος της γερμανικής ODEON, ο Τούντας ξεκίνησε μαζί της τις ηχογραφήσεις και τις εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Λίγο πριν την έναρξη του πολέμου, η λογοκρισία ενός από τα τραγούδια που ερμήνευε, του Πρέζα όταν Πιείς, από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, γίνεται η αιτία να περιθωριοποιηθούν, μέχρι και την περίοδο της μεταπολίτευσης του 1974, πολλοί καλλιτέχνες του αυθεντικού ρεμπέτικου τραγουδιού, το οποίο πήρε άλλους, πιο λαϊκούς δρόμους στα χέρια συνθετών όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης.
Στην περίοδο της Κατοχής η Ρόζα επανασυνδέεται με τον γιο της, συνεχίζει τις εμφανίσεις της και ανοίγει μαζί του το δικό της μουσικό κέντρο, το Κρυστάλ. Έχοντας βγάλει πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως, κατάφερε να διασφαλίσει την προστασία της μέσα από τη σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Αντίθετα από ό,τι θα πίστευε κανείς, η Ρόζα χρησιμοποίησε αυτό το προνόμιο με το να παράσχει βοήθεια σε Έλληνες και ξένους αντιστασιακούς, αλλά και να σώσει πολλές εβραϊκές οικογένειες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους και τη δική της οικογένεια. Όταν τελικά τη συνέλαβαν, ελευθερώθηκε μετά από τρίμηνη φυλάκιση χάρη στις συντονισμένες προσπάθειες γιου και εραστή.
Το 1949 κι ενώ τραγουδούσε στην Πάτρα, πηγαίνοντας στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούργια ταυτότητα γνωρίζει και ερωτεύεται έναν κατά 30 χρόνια νεότερό της αξιωματικό, με τον οποίο θα ζήσει μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της το 1980.
Μετά από 25 χρόνια εμφανίσεων σε επαρχιακές πόλεις αλλά και στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες των ΗΠΑ, μια τηλεοπτική εκπομπή για τη Χαρούλα Αλεξίου το 1976, όπου τραγουδούσε διασκευές της ρεμπέτισσας, η οποία ήταν καλεσμένη, αλλά και η επανα-ανακάλυψη του αυθεντικού σμυρνέικου και ρεμπέτικου τραγουδιού από τη νεολαία της εποχής, θα ξαναφέρουν τη Ρόζα για ένα μικρό διάστημα στην επικαιρότητα.
Το 2011, ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Ρόι Σερ παρουσίασε ένα μουσικό ντοκιμαντέρ με τίτλο Καναρίνι Μου Γλυκό, το οποίο αναφέρεται στη ζωή και την καριέρα της Ρόζας Εσκενάζι. Η ταινία, που είναι μια διεθνής συμπαραγωγή, ακολουθεί τρεις νέους μουσικούς από την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ισραήλ, που ξεκινούν ένα οδοιπορικό προς αναζήτηση της πιο ξακουστής και αγαπημένης τραγουδίστριας του ρεμπέτικου.
εμφάνιση σχολίων