«Μια ζεστασιά, μια παρηγοριά πηγάζει απ’ την αίσθηση μιας κοινής μοίρας όλων αυτών που μελαγχολούν»
DOC TV
10 Μαρτίου 2014
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΑ ΒΕΡΥΚΙΟ – ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟ ΗΤΑΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕς, ΣΕ ΜΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ. Σε αυτήν, την κάτι σαν συνέντευξη, έλεγαν ότι ο Χρυσοχοΐδης είναι ο καλύτερος υπουργός προ-πο που έχει υπάρξει ποτέ. Υπενθυμίζω ότι ήταν εποχή που ο «καλύτερος υπουργός προ-πο που έχει υπάρξει ποτέ» έφτιαχνε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο τέλος της εκπομπής, με μεγάλο ενθουσιασμό, οι δύο δημοσιογράφοι πρότειναν ο Χρυσοχοΐδης να παραμείνει υπουργός προ-πο, όποια κι αν είναι η κυβέρνηση. Ο Χρυσοχοΐδης να είναι ο μόνιμος υπουργός προ-πο.
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΜΦΑΝΕΣ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ. ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΑ ΟΜΟΦΟΒΙΚΑ (ΚΑΙ ΑΚΡΩΣ ΕΜΕΤΙΚΑ) ΣΧΟΛΙΑ. Αποκαλύπτεται και απ’ τις επευφημίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απ’ την υπεράσπιση του αφεντικούλη όταν υπάρχει πρόβλημα. Πρόσφατα θαυμάσαμε σε αρκετές εκπομπές από το ραδιόφωνο του Άλφα ένα ρεσιτάλ τυφλής υπεράσπισης του εργοδότη. Αποκαλύπτεται και όταν για καιρό αναπαράγεις τη ρητορική της μόνης διεξόδου, η οποία συνίσταται στη διαρκή υποτίμηση των ανθρώπων που εργάζονται ή βρίσκονται στην ανεργία.
ΕΤΣΙ, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ, ΟΥΤΕ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΑΝ ΖΗΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΜΟΦΟΒΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ. Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο οι μαχαιροβγάλτες των αβγών, αλλά κυρίως όσοι μιλούν τη γλώσσα και χρησιμοποιούν τα επιχειρήματα και προωθούν τις πρακτικές των αβγών, παίρνοντας ταυτόχρονα τις δημοκρατικές αποστάσεις τους. Με άλλα λόγια, δεν είναι τόσο ο βερύκιος, αλλά το (διαρκώς αναπτυσσόμενο) κοινωνικό ρεύμα που γουστάρει τα ομοφοβικά σχόλια, αλλά και ενθουσιάζεται με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την κάθε είδους καταστολή και επίδειξη ισχύος.
ΣΤΗ ΣΤΑΔΙΟΥ ΠΕΦΤΩ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ. ΝΙΩΘΩ ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ. ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΚΟΜΗ ΔΙΑΔΗΛΩΝΟΥΝ, ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ, ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑΝ Ή ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ. Φωνάζουν συνθήματα. Η πόλη έχει μια αόριστη ομορφιά, κάτι παρηγορητικό, έτσι που μεγάλοι στην πλειοψηφία τους άνθρωποι φωνάζουν κάτι παλιακά συνθήματα στη μέση του δρόμου. Τα mp3 είναι στο shuffle και λες από κάποια διαβολική σύμπτωση ακούγεται το δρόμοι παλιοί, σαν υπενθύμιση του γιατί πάντα σ’ άρεσε να περπατάς ώρες στην πόλη. Μια κλούβα έχει κλείσει το δρόμο. Στο πλάι της στο πεζοδρόμιο δύο σειρές ΜΑΤάδες. Έχουν αφήσει μόνο μια στενή λωρίδα για να περνάνε οι πεζοί. Μπροστά μου ένας νεαρός, ούτε είκοσι χρονών. Απ’ την αντίθετη μεριά έρχεται ένα παρόμοιας ηλικίας και μάλλον φοβερής γοητείας κορίτσι. Το αγόρι, ενώ περπατάμε ανάμεσα στις ανεξάντλητα άσχημες στολές, σταματάει απότομα και κάνει νόημα στο κορίτσι με το χέρι «Πέρασε». Το ξανθό κορίτσι, τώρα το παρατηρώ καλύτερα είναι πραγματικά πολύ όμορφη, χαμογελάει (σα να λέει, ναι, θα σου δώσω το τηλέφωνό μου, αρκεί να με πάρεις το πολύ σε δύο ώρες από τώρα) και περνάει. Καθώς με προσπερνάει, τη βλέπω να αλλάζει ρούχα με μία μόνο κίνηση, να μένει με μια κίτρινη φόρμα και με το χατόρι χάνζο της να μετατρέπει το πέρασμά μας ανάμεσά τους σε ένα λυτρωτικό λουτρό αίματος. Η ξινισμένη φάτσα του πιτσιρικά κάτω απ’ το ηλίθιο κράνος με ξυπνάει. Τα κεφάλια τους είναι ακόμη στη θέση τους και τα δάχτυλα στα γκλομπ τους. Ο νεαρός προχωράει μπροστά προς Σύνταγμα, το ξανθό κορίτσι προς Ομόνοια και έτσι χάνονται οριστικά, λες και η παρουσία των μπάτσων ανάγκασε το φλερτ τους σε αποτυχία.
ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ, ΑΠΛΩΜΕΝΑ ΡΟΥΧΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΑΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΑ. Μια ζεστασιά, μια παρηγοριά πηγάζει απ’ την αίσθηση μιας κοινής μοίρας όλων αυτών που μελαγχολούν, σκύβουν το κεφάλι, λένε αστεία σε αγνώστους, φλερτάρουν, κουτσαίνουν και βιάζονται. Το τραγούδι έλεγε:
Ένας φαφούτης γέροντας,
ένας παραλυμένος
να σέρνει το κουφάρι του
που ήταν αναγκασμένος,
τον πλησιάζει και στ’ αυτί
σκύβει, του ψιθυρίζει:
«Για μάντεψε σκατόμαγκα
ο κώλος μου τι μυρίζει;»
Από το Βυτίο
εμφάνιση σχολίων