. Αντί να τους στείλουν σε κάποιο από τα ζοφερά κέντρα κράτησης της Ιταλίας, τα σπίτια του χωριού που είχαν εγκαταλειφθεί από τον τοπικό πληθυσμό έγιναν σπίτια των μεταναστών. «Οι γονείς μου μού έμαθαν να καλωσορίζω πάντα τους ξένους», λέει ο Lucano.
Οι κάτοικοι του χωριού καλωσόρισαν τους αλλοδαπούς, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου. «Εμφανίστηκε ξανά μια αχτίδα για το μέλλον. Μια νέα αίσθηση συλλογικής συνεργασίας. Ο κόσμος έφευγε, το σχολείο είχε κλείσει, ενώ το έλλειμμα βασικών υπηρεσιών όλο και μεγάλωνε.
Είχαμε αρχίσει να αναρωτιόμαστε αν είχε πλέον νόημα να κάνουμε σχέδια επί χάρτου για να συντηρούμε ένα χωριό, το οποίο ολοένα και ερήμωνε. Οι νέες αφίξεις, όμως, έφεραν μαζί τους και νέες ελπίδες», λέει ο Lucano.
Η επιρροή και η δημοφιλία του Lucano έχουν ενοχλήσει τη Ντραγκέτα, την τοπική Μαφία, η οποία χάνει πολύ χρήμα λόγω της κοινωνικής του δράσης. Το 2009 ο δήμαρχος γλίτωσε παρά τρίχα από απόπειρα δολοφονίας, ενώ μυστηριωδώς έχουν δηλητηριαστεί και δύο από τα σκυλιά του. Όμως δεν τα παρατάει.
Πριν από λίγο καιρό είχε απειλήσει να ξεκινήσει απεργία πείνας, αν οι αρμόδιες αρχές δεν ξεμπλόκαραν τα καθυστερούμενα κονδύλια, ώστε να μπορέσουν να εξαργυρωθούν τα κουπόνια των προσφύγων.
Ρεπορτάζ της
Guardian για το χωριό επισημαίνει πως
οι καλές προθέσεις οφείλονται εν μέρει και στις κρατικές επιδοτήσεις για τη στέγαση και τη σίτιση των προσφύγων, οι οποίες άρχισαν με τη σειρά τους να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Το νέο είδος τοπικού νομίσματος έχει τη μορφή κουπονιών, τα οποία λαμβάνουν οι αλλοδαποί ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρουν και τα ανταλλάσσουν στα τοπικά μαγαζιά για να προμηθεύονται άλλα προϊόντα. Τα καταστήματα στέλνουν στη συνέχεια τα κουπόνια στο δήμο, ο οποίος αποζημιώνεται από ειδικά κονδύλια του κράτους.
Παρά τις συχνές καθυστερήσεις λόγω γραφειοκρατίας, η χρηματοδότηση αυτή κυμαίνεται στα 25-30 ευρώ την ημέρα για κάθε πρόσφυγα.
Παρά τα κονδύλια, το κοινωνικό πείραμα του Ριάτσε είναι χωρίς αμφιβολία πετυχημένο.
Με τη βοήθεια ΜΚΟ, ακτιβιστών και ντόπιων εθελοντών, ο δήμος επισκευάζει τα εγκαταλειμμένα σπίτια για να στεγάζει προσωρινά τους πρόσφυγες, που συνεχίζουν να καταφτάνουν στο χωριό από κάθε γωνιά της Γης. Σιγά σιγά οι μετανάστες ξεκινούν να συμμετέχουν και αυτοί στην παραγωγική διαδικασία, όσο περιμένουν την εξέταση για τις αιτήσεις ασύλου. Οι δρόμοι έχουν ζωή, η τοπική οικονομία κινείται, οι ξεριζωμένοι βρίσκουν σπίτι, το σχολείο λειτουργεί ξανά.
«Για μας είναι όλα εγγόνια», λέει ένας παππούς. «Στο σχολείο η ενσωμάτωση γίνεται αυθόρμητα», λέει η δασκάλα τους και ομολογεί πως «τα παιδιά των αλλοδαπών είναι πολύ έξυπνα. Μάλιστα μαθαίνουν πιο γρήγορα από τα ιταλάκια».