0
1
σχόλια
538
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Σύνθημα σε τοίχο

ΜΑΡΙΑΝΙΝΑ ΠΑΤΣΑ
21 Μαΐου 2012
ΈΧΕΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΖΟΥΜΕ; ΠΩΣ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΜΑΣΤΕ ΑΤΑΒΙΣΤΙΚΑ; Κοιμόμαστε για να ξυπνήσουμε και να περάσουμε ξανά τη χθεσινή ημέρα. Σαν τη μέρα της Μαρμότας. Το βλέπω και στον εαυτό μου. Γράφω το πρόγραμμα σε ένα χαρτί και κάθε πρωί ξεκινάω να τσεκάρω. Δούλεψε, ενημερώσου, μελέτησε, υπολόγισε, διεκπεραίωσε. Κατέβασε και τα σκουπίδια. Πριν να το καταλάβω είναι και πάλι νύχτα.

ΣΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ, ΜΙΚΡΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ. Όλοι στο ίδιο τριπάκι. «Τι νέα;» Τα ίδια. «Εσύ;» Τίποτα κι εγώ. Αδιέξοδο. Να τα πούμε.

ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΔΕ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΜΕΡΕΣ. Δεν τηλεφωνιόμαστε όταν η κατάθλιψη χτυπάει την πόρτα. Καθόμαστε όλοι ήσυχοι. Λες και η μουρτζουφλιά κρυφακούει από το κατώφλι και μόλις το παραδεχτούμε φωναχτά θα κάνει ντου στο σπίτι, θα μεγαλώσει 48 νούμερα και θα εγκατασταθεί σε όλο του το εμβαδό, ακόμα και στα ταβάνια, για πάντα.

ΎΣΤΕΡΑ ΤΟ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΛΑΚΩΝΕΙ. «Δεν σε έπαιρνα, ήμουν χάλια, δεν ήξερα τί να πω. Ας συναντηθούμε στ’ αλήθεια αυτή τη φορά». Πίνουμε δυο ποτήρια κρασί. Γινόμαστε Comfortably Numb. Εμείς και οι Pink Floyd. Σε λούπα κι αυτοί.

ΌΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ. Βγαίνουμε βόλτα στη λιακάδα και ρουφάμε τον ήλιο μέχρι οι μύτες μας να γίνουν ροζ. Οι δρόμοι που ξέρουμε ως και την τελευταία πέτρα μοιάζουν ολοκαίνουριοι. Γελάμε με κάθε μικρή βλακεία. Δίνουμε καταπραϋντικά χάδια στα μαλλιά. Λέμε συνθήματα που διαβάσαμε στους τοίχους για να τα εμπεδώσουμε. «Άσε τη ζωή που κάνεις και ψάξε τη ζωή που χάνεις». Και μετά ονειρευόμαστε. Κάπως δειλά. Αλλά ονειρευόμαστε.

ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΟΠΤΟΡΑΠΤΙΚΗ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. «Άσε τα μεγάλα, μακρινά ταξίδια. Κάποτε θα ξαναπάμε. Μικρά, ανθρωπένια πράγματα τώρα. Μικρότερες αποστάσεις και περισσότερα γέλια. Κάμπινγκ στη Σαμοθράκη το καλοκαίρι. Να χωθούμε κάτω από τους καταρράκτες και να κυνηγάμε λιβελούλες. Και τα άγρια κατσίκια πάλι θα σε κοιτάνε μέσ’ τη μούρη για να σε υπνωτίσουν να τους δώσεις το σάντουιτς που τρως».

ΜΕΤΑ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ. ΠΑΛΙ Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΡΜΟΤΑΣ, ΕΠΙ ΜΕΡΕΣ ΣΕΡΙ. Ψυχολογικά νεκρές ώρες. Που κέφι για δημιουργικότητα ή κοινωνικοποίηση; Τι θα ανταλλάξω και τι θα προσφέρω; Ζηλεύω τις γάτες μου και τη μακαριότητά τους. Χυμένες στους καναπέδες, πλήρως απροβλημάτιστες και με ένα μόνιμο χαμόγελο όταν τις κοιτάς προφίλ. Τους κάνω παιδικές ερωτήσεις. «Γιατί είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;».

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΜΙΛΑΩ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΕΣΩ INBOX. «Μια πόρτα μακριά, πως καταντήσαμε έτσι;». Ύστερα χτυπάει το κουδούνι. Εμφανίζονται τα δυο κορίτσια με πυτζάμες, αστείες παντόφλες-σκύλους κι ένα μπουκάλι τεκίλα. Σφηνοπότηρα και David Bowie. «Μπορούμε να είμαστε ήρωες, έστω και για μια μέρα». King David. Τον πιστεύουμε. Το διαλύουμε τα ξημερώματα. Πρωί χωρίς χανγκόβερ. Σήμερα είμαστε ήρωες. Σήμερα είναι όμορφα και μπορούμε τα πάντα.

ΠΡΟΧΘΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, ΣΧΕΔΙΑΣΑΜΕ ΙΝΤΕΡΝΕΤΙΚΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ. Εφόσον λαλήσαμε, λέμε να γίνουμε νεοχίπιδες στη Γαύδο να βρούμε τη υγειά μας. Θα πάρουμε μαζί μόνο τα απαραίτητα, δηλαδή τους φίλους μας, ένα ipod με ηλιακό φορτιστή, ένα πιάνο, μια κιθάρα, το κουνέλι του και τις γάτες μου καθώς και τα αγαπημένα μας βιβλία. Θα στήσουμε ένα κοινόβιο στις σπηλιές, θα ψαρεύουμε και θα καλλιεργούμε λαχανικά.

ΚΑΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟ ΗΛΙΟ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΙΕΙ ΤΟ ΔΕΡΜΑ, κλείσαμε τους υπολογιστές, πετάξαμε τη Μαρμότα και πήγαμε για ύπνο με όλα μας τα κύτταρα γεμάτα αισιοδοξία και ζωή. Dream on fuckers.

εμφάνιση σχολίων