Την ώρα που η ένταση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, οι μεγάλοι πετρελαϊκοί κολοσσοί εμφανίζουν θεαματική αύξηση κερδών. Όπως σχολιάζει η γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, «οι εταιρείες πετρελαίου κερδίζουν τα διπλάσια από ό,τι πριν από τον πόλεμο στο Ιράν».
Τα οικονομικά αποτελέσματα των τελευταίων μηνών δείχνουν ξεκάθαρα προς τα πού κατευθύνονται τα επιπλέον χρήματα που καταβάλλουν καταναλωτές και επιχειρήσεις για καύσιμα και ενέργεια. Η Shell ανακοίνωσε κέρδη επτά δισεκατομμυρίων δολαρίων — σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η BP είδε τα κέρδη της να υπερδιπλασιάζονται, φτάνοντας τα 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η TotalEnergies κατέγραψε κέρδη 5,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αυξάνοντας παράλληλα και τα μερίσματα προς τους μετόχους της.
Η εικόνα θυμίζει έντονα το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν οι διεθνείς τιμές ενέργειας εκτοξεύθηκαν και οι ενεργειακές εταιρείες κατέγραψαν ιστορικά κέρδη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, κάθε φορά που πολεμικές συγκρούσεις πλήττουν κρίσιμα σημεία της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού πρώτων υλών, οι τιμές ανεβαίνουν και δισεκατομμύρια δολάρια μεταφέρονται προς τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το κόστος, ωστόσο, μετακυλίεται άμεσα σε κοινωνία και αγορά. Νοικοκυριά, οδηγοί και επιχειρήσεις καλούνται να πληρώσουν ακριβότερη βενζίνη, ντίζελ, φυσικό αέριο και μεταφορές, σε μια περίοδο που το ήδη αυξημένο κόστος ζωής πιέζει σημαντικά τα εισοδήματα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αρκετές κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις μέσω προσωρινών φορολογικών ελαφρύνσεων στα καύσιμα. Η γερμανική κυβέρνηση, για παράδειγμα, προχώρησε σε μείωση του φόρου στα πετρελαιοειδή, ώστε να συγκρατήσει τις τιμές στην αντλία.
Ωστόσο, η Süddeutsche Zeitung επισημαίνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις ουσιαστικά μεταφέρουν το βάρος στους φορολογούμενους, καθώς το κράτος χάνει πολύτιμα φορολογικά έσοδα την ίδια στιγμή που οι πετρελαϊκές εταιρείες ενισχύουν ακόμη περισσότερο την κερδοφορία τους.