Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια Αριάν Λαμπέντ έχει κάτι πολύ σημαντικό να μας πει
«Έχω υποστεί βιασμούς στην εφηβεία μου. Στη δίκη αυτή ήμουν μάρτυρας. Έφυγα από το δικαστήριο με λυγμούς. Δεν γράφω για να μιλήσω για την ταπείνωσή μου. Γράφω για να καλέσω σε συλλογικό προβληματισμό για το πώς δικάζονται τα σεξουαλικά εγκλήματα». Η Αριάν Λαμπέντ έγραψε ένα κείμενο στην «Κ» και δεν πρέπει να το προσπεράσουμε.PRESS
19 Φεβρουαρίου 2026
Η Αριάν Λαμπέντ περιγράφει την εμπειρία της ως μάρτυρας υπεράσπισης σε δίκη βιασμού στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τις αναχρονιστικές κα μη θεσμικές αντιλήψεις και πρακτικές στη δικαστική διαδικασία. Απαξίωση, έλλειψη αντικειμενικότητας, έλλειψη προστασίας των θυμάτων, δίκη των θυμάτων!
Η ίδια μιλάει για τη δική της εμπειρία βιασμού και για την απόφασή της, να δράσει δημόσια ενάντια στην κακοποίηση. Κατά την πρόσφατη κατάθεσή της, η Λαμπέντ βρέθηκε αντιμέτωπη με ειρωνεία και εχθρική στάση από την έδρα και τον συνήγορο υπεράσπισης, με επίκεντρο το crowdfunding της οργάνωσής της και το σύνθημα «Σε Πιστεύω». Καταγγέλλει ότι η διαδικασία οδήγησε σε δευτερογενή θυματοποίηση, παραβιάζοντας το πνεύμα της Istanbul Convention, που προβλέπει την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών για την ορθή αντιμετώπιση θυμάτων έμφυλης βίας.
Η εισαγγελική πρόταση, όπως περιγράφει, γελοιοποίησε τα θύματα, ενώ η υπεράσπιση υιοθέτησε αντιφεμινιστική ρητορική. Παρά τα εμπόδια, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία, αν και η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Παράλληλα, κατατέθηκαν μηνύσεις κατά των μαρτύρων, πρακτική που η Λαμπέντ ταυτίζει με τις αγωγές εκφοβισμού (SLAPP).
Διαβάστε μερικά αποσπάσματα:
«Το όνομά μου είναι Αριάν Λαμπέντ. Είμαι Γαλλίδα και ζω στην Αθήνα. Μεγάλωσα σε μια αριστερή οικογένεια και οι γονείς μου ήταν και οι δύο καθηγητές στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μεγάλωσα, λοιπόν, με μια ορισμένη εκτίμηση προς τους δημόσιους θεσμούς. Είμαι ηθοποιός και σκηνοθέτις και έχω λάβει διάφορα πολύ σημαντικά βραβεία, έχω συνεργαστεί με αρκετούς/ές «μεγάλους/ες» σκηνοθέτες/τριες και οι ταινίες μου έχουν παρουσιαστεί σε πολλά διαφορετικά φεστιβάλ, μεταξύ άλλων και στο Φεστιβάλ των Καννών. Παρ’ όλα αυτά, εδώ είμαι κυρίως η «γυναίκα του Λάνθιμου».
Από το 2022 πήρα την απόφαση να αντιμετωπίσω διαφορετικά τη βία μέσα στην οποία μεγάλωσα – τη βία μέσα στην οποία μεγαλώσαμε όλες και όλοι. Όπως πολλές γυναίκες, έχω υποστεί σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητα αγγίγματα και δύο βιασμούς στην εφηβεία μου. Μπήκα στον αυτόματο πιλότο και προχώρησα μπροστά υποτιμώντας τη σημασία αυτών των γεγονότων, αφού έμοιαζαν δεδομένα λόγω του φύλου μου.
Δεν ήθελα να με ορίσουν. Απέφυγα να σταθώ σε αυτά. Το μοναδικό εργαλείο που είχα στη διάθεσή μου ήταν το αλκοόλ. Hταν θέμα χρόνου να καταλάβω ότι αυτό που έμοιαζε να με σώζει, ήταν τελικά εκείνο που με κατέστρεφε. Στις 21 Δεκεμβρίου 2021 αποφάσισα να σταματήσω να πίνω. Επρεπε να αντιμετωπίσω τα πράγματα κατά πρόσωπο.
Το 2022 συνίδρυσα στη Γαλλία μια οργάνωση για να αγωνιστούμε επιτέλους ενάντια στη σεξιστική και σεξουαλική βία, για να εγγυηθούμε σε όλα τα θύματα ότι το κίνημα #MeToo δεν είναι ένα περαστικό κύμα, αλλά επανάσταση. Με αυτήν την πεποίθηση δέχθηκα να καταθέσω σε δίκη υπέρ ενός θύματος βιασμού.
Γνωρίζω προσωπικά αυτή τη γυναίκα πολλά χρόνια. Η αφήγησή της ήταν σπαρακτική και αμείλικτα αληθινή. Υπέφερε από συμπτώματα μετατραυματικού στρες και από γυναικολογικά προβλήματα, που επιβεβαίωναν τη φρικτή βία που είχε υποστεί. Παρ’ όλα αυτά, στη συγκεκριμένη δίκη δεν θα παρίστατο στη θέση του θύματος, αλλά σε εκείνη της μάρτυρος. Το Συμβούλιο δεν πείστηκε για τους βιασμούς, επειδή την περίοδο των γεγονότων διατηρούσε σχέση με τον βιαστή, παρότι νομικά ο βιασμός εντός σχέσης υπάρχει ήδη από το 2006. Αλλά το γεγονός ότι συνέβη δεν αλλάζει.
Μέσω της οργάνωσής μας είχαμε πραγματοποιήσει καμπάνια διαδικτυακής χρηματοδότησης (crowdfunding) για τη στήριξη των θυμάτων. Κατατέθηκαν τέσσερις μηνύσεις, όμως μόνο δύο έγιναν δεκτές, εκ των οποίων η μία αφορούσε θύμα που γνώρισε τον βιαστή στην ηλικία των 14 ετών.
Μια δίκη κοστίζει. Πέρα από τα έξοδα ιατρικής και ψυχολογικής φροντίδας που τα θύματα βιασμού αναγκάζονται να καλύπτουν για να μπορέσουν να επιβιώσουν καθημερινά, πρέπει να καλύψουν και τα δικαστικά έξοδα. Αραγε πόσο ίσες είμαστε όλες απέναντι στη Δικαιοσύνη;
Στο δικαστήριο: Καταθέτω στη μητρική μου γλώσσα, μη νιώθοντας ικανή να το κάνω στα ελληνικά. Δηλώνω τα στοιχεία μου και, χωρίς να αγγίξω τη Βίβλο, δεσμεύομαι να πω την αλήθεια. Εξηγώ γιατί βρίσκομαι εδώ, γιατί πιστεύω τα θύματα.
Πολύ γρήγορα, όμως, καταλαβαίνω ότι ο πρόεδρος ενδιαφέρεται για κάτι άλλο: είναι εξοργισμένος με το crowdfunding της οργάνωσής μου. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, καλούμαι να απαντώ αποκλειστικά για μια κατάσταση την οποία ο ίδιος βαφτίζει «δίκη των μέσων ενημέρωσης».
Ο συνήγορος υπεράσπισης επιλέγει να γελοιοποιήσει το κίνημα #MeToo και, μέσω εμού, να καταγγείλει την υποτιθέμενη ασυνέπεια των φεμινιστικών κινημάτων απέναντι στη Δικαιοσύνη. Ιδιαίτερα φαίνεται να τον εξοργίζει το σύνθημα «Σε Πιστεύω». Υψώνει τον τόνο της φωνής του, σηκώνεται, με διακόπτει διαρκώς, μαζεύει με θεατρικό τρόπο τα πράγματά του. Τα πετάει βίαια στο γραφείο, εμφανώς εκνευρισμένος από τις απαντήσεις, τις οποίες δεν μου επιτρέπει να ολοκληρώσω. Ακόμη και η μετάφραση φαίνεται να τους ενοχλεί, όλους.
Ο πρόεδρος τον αφήνει να συνεχίσει. Εκείνος αναπτύσσει ανενόχλητος έναν αντιφεμινιστικό λόγο. Στρέφομαι στους δικηγόρους των θυμάτων αναζητώντας βοήθεια, όμως ο πρόεδρος επιλέγει να δώσει όλον τον χώρο στον συνήγορο υπεράσπισης.
Το τέλος της κατάθεσής μου με βρίσκει αντιμέτωπη με έναν σαρκασμό, αδιανόητο για μένα από πρόεδρο δικαστηρίου, ο οποίος γυρνώντας προς τους δικηγόρους των θυμάτων λέει: «Hρθε η Λαμπέντ να μας τι, για την υπόθεση; Για την οργάνωσή της ήρθε να μας πει!». Βγαίνω από το δικαστήριο πλημμυρισμένη από οργή, η οποία μετατρέπεται σε λυγμούς μόλις περνώ την πύλη…
Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στην Κ
εμφάνιση σχολίων