0
1
σχόλια
440
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Η Χρύσα κάτω από το σπίτι της Μαλβίνας. Θα μας ξεκάνει

ΧΡΥΣΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
3 Φεβρουαρίου 2016
Εκείνο το μεσημέρι, έκανε το κρύο της αρκούδας. Μου ακυρώνουν το μάθημα, το Παγκράτι είναι άδειο. Περιμένω τη Μαρία, σε ένα πεζούλι, στην Ήρωνος. Στον αριθμό 6. Άλλωστε εκεί έχει μόνο πεζούλια κι ένα δέντρο παράξενο. Το σπίτι στον αριθμό 6 είναι σαν να κρέμεται στο κενό. Στον αριθμό 6 ήταν το σπίτι της Μαλβίνας. Ένα από τα σπίτια της μάλλον, τη δεκαετία του 1970. Έχω μανία με τους δρόμους. Ανήκουν στους ανθρώπους και μόνο. Η απουσία και η παρουσία ορίζει το στίγμα τους στον χάρτη. Το αχανές και το εξακριβωμένο.

Ήρωνος 6. Γενάρης του 2016. Πολλά χρόνια μετά. Ψάχνω, καθώς στέκομαι στις μύτες, το σημείο του σπιτιού στο οποίο έγραφε, πού έπινε τον σκέτο ελληνικό καφέ της, πού έπαιζε με τα μωρά της (σε κείμενο και σκηνοθεσία Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ), που έχανε το ωμέγα από το «σ' αγαπώ», ή ούρλιαζε «Βίτολντ Μάριαν Γκομπρόβιτς, είσαι μεγάλος μάγκας».

Κρυώνω, αλλά με νικάει η περιέργεια.

Πάντα τη θυμάμαι τη Μαλβίνα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Είτε πλησιάζει ο Φλεβάρης των γενεθλίων της, είτε είναι Σεπτέμβρης στο τέρμα του θεού. Δεν την είδα ποτέ από κοντά, ούτε έζησα σε παράλληλο χρόνο μαζί της στην Αθήνα. Δεν την πέτυχα τυχαία σε καμία Δημοκρίτου, δεν της έστειλα πέντε-έξι φράσεις μου (μέσω ταχυδρομείου εννοείται, με το άλφα μου και το θήτα, το καλλιγραφικό -για να στιγματιστώ εκούσια), για να περιμένω έναν αφορισμό ή ένα χάδι στα μαλλιά. Τίποτα. Μόνο στους τόπους των βιβλίων και στη μνήμη ανθρώπων δικών μου, που κάποτε τη συνάντησαν. Και τους χάρισε τις «Γραμμὲς τῶν Ὁριζόντων» από τη δισκοθήκη της, ή τους έφτιαξε ψαρόσουπα, εδώ στην Ήρωνος. Που η Ακρόπολη είναι προέκταση του μπαλκονιού και το κίτρινο φως του κεντρικού δρόμου σε κινητοποιεί να χορέψεις πάνω στην ψευδαίσθηση και την τελειότητα.

Γενέθλια και αυτή απούσα. Δεν την ακουμπάμε, αλλά την αισθανόμαστε. Δεν μας φτάνει, αλλά κάνουμε πως το αντέχουμε. Δεκατέσσερα χρόνια χωρίς τις χαμηλές και τις ψηλές της νότες, χωρίς την παρέμβασή της στα άδυτα του τσίρκου και τα διαλεχτά ουρλιαχτά της στον δρόμο για την κατηφόρα.

Θέλαμε τούρτα και Μαλβίνα εδώ. Στο τώρα. Και πλάκες, και χαζομάρες, και σοβαρούς προλόγους, και όλα.

Να πονάει το στομάχι μας και να μας φτιάχνει αφέψημα δυόσμου. Να πονάει το στομάχι μας και να μας λέει ψιθυριστά «στον έρωτα, όταν έχεις σταθερές βάσεις, καλή ανατροφή, σωστές χαρακτηρολογικές δομές, την χάνεις την αξιοπρέπειά σου απέναντι στον άλλον... διαφορετικά είσαι βλάκας».

Και μετά ν' αποσύρεται για να γράψει.
«Πώς είσαι σίγουρη, Χρύσα, ότι θα σου έφτιαχνε αφέψημα δυόσμου;»
«Είμαι. Απλά».

Φεύγω από την Ήρωνος. Στην Ερατοσθένους με περιμένει η Μαρία.
Δεν πήγε ο νους κανενός περαστικού για το τι σκέψεις έκανα, ενώ καθόμουν στο πεζούλι.
 
εμφάνιση σχολίων