0
1
σχόλια
1723
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
Aπόσπασμα από το κλασικό βιβλίο του Τζώρτζ Όργουέλ
 
DOCTV.GR
4 Οκτωβρίου 2022
Ήταν φορές που η δουλειά ήταν σκληρή. Τα εργαλεία είχαν σχεδιαστεί να χρησιμοποιούνται απ' τους ανθρώπους κι όχι απ' τα ζώα. Έτσι τα εμπόδια ήταν μεγάλα επειδή κανένα ζώο δεν ήταν σε θέση να μεταχειριστεί ένα εργαλείο που απαιτούσε όρθια στάση. Τα γουρούνια όμως ήταν τόσο ξύπνια που κάθε δυσκολία κατάφερναν να την ξεπερνούν. Όσο για τ' άλογα, γνώριζαν κάθε σπιθαμή του χωραφιού και την τέχνη να θερίζουν και να δικρανίζουν πολύ καλύτερα από τον Τζόουνς και τους ανθρώπους του.

Τα γουρούνια στην πραγματικότητα δε δούλευαν αλλά διεύθυναν και καθοδηγούσαν τ' άλλα. Με τις ανώτερες γνώσεις που είχαν, ήταν φυσικό πως θα έπαιρναν στα χέρια τους την εξουσία. Ο Μπόξερ και η Κλόβερ ζεύτηκαν τη θεριστική μηχανή και την τσουγκράνα (για γκέμια και χαλινάρια βέβαια τώρα Δε γινόταν λόγος), και περιέτρεχαν το χωράφι μ' ένα γουρούνι ξοπίσω τους που τους φώναζε: «Άιντε, σύντροφοι!» ή «Έι, σταματάτε, σύντροφοι!» κατά την περίσταση. Και κάθε ζώο, μέχρι το πιο τιποτένιο δούλευε στο θημώνιασμα και το μάζεμα του σανού. Ώς και οι πάπιες κι οι κότες πηγαινοέρχονταν όλη μέρα κάτω απ΄ το λιοπύρι κουβαλώντας μικρούτσικα χερόβολα σανό με τα ράμφη τους. Στο τέλος κατάφεραν να ξεμπερδέψουν με το θέρισμα δυο μέρες νωρίτερα απ' όσο έκαναν συνήθως ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του. Κι όμως, η σοδειά ήταν η μεγαλύτερη απ' όσες είχε γνωρίσει ποτέ η φάρμα. Δεν έγινε καμιά σπατάλη. Οι κότες και οι πάπιες με τη διαπεραστική ματιά τους μάζεψαν ώς και το τελευταίο αχυράκι. Από τα ζώα της φάρμας κανένα δεν έκλεψε ούτε μια μπουκιά.


Η καλοπέραση περίσσευε, μολονότι τα ζώα δεν ήταν και πολύ έμπειρα σ' αυτήν.                    

Όλο εκείνο το καλοκαίρι οι δουλειές της φάρμας πήγανε ρολόι. Τα ζώα ήταν ευτυχισμένα όσο ποτέ δεν είχαν ονειρευτεί. Κάθε μπουκιά που έβαζαν στο στόμα τους ήταν μια αληθινή απόλαυση αφού το φαΐ ήταν αναντίρρητα κατάδικό τους, δικής τους παραγωγής και για δική τους κατανάλωση, και δεν τους το είχε μοιράσει εκείνο το ανάποδο αφεντικό τους. Με τα ανάξια παρασιτικά ανθρώπινα όντα διωγμένα, το φαΐ ήταν πιο πολύ για όλους. Η καλοπέραση περίσσευε κι αυτή, μολονότι τα ζώα δεν ήταν και πολύ έμπειρα σ' αυτήν.

Από δυσκολίες συνάντησαν πολλές. Όπως να πούμε, όταν καθώς προχώρησε η χρονιά και θέρισαν το σιτάρι, αναγκάστηκαν να το αλωνίσουν με το παλιό σύστημα και να το λιχνίσουν· φυσώντας το με το στόμα, γιατί η φάρμα Δε διέθετε αλωνιστική μηχανή. Τα τετραπέρατα όμως γουρούνια και ο Μπόξερ με τα τρομερά του μούσκλια κατάφερναν πάντοτε να ξεπερνούν τις δυσκολίες. Τον Μπόξερ τον θαύμαζαν όλοι, απ' τον καιρό ακόμη του Τζόουνς. Ήταν καλός δουλευτής, τώρα όμως είχε φτάσει να κάνει για τρία άλογα κι όχι για ένα. Ήταν μέρες που όλη η δουλειά της φάρμας έπεφτε στους γερούς του ώμους. Απ' τα χαράματα ώς το σούρουπο έσπρωχνε, τράβαγε και ήταν παρών σε κάθε σημείο που υπήρχε βαριά δουλειά.

Είχε συμφωνήσει μ' ένα από τα πετεινάρια να τον ξυπνάει το πρωί μισή ώρα νωρίτερα απ' τους άλλους για να δουλεύει εθελοντικά εκεί που υπήρχε πιο πολλή ανάγκη, και προτού ν' αρχίσει η κανονική δουλειά της ημέρας. Η στάση του σε κάθε πρόβλημα και αναποδιά ήταν «θα δουλέψω πιο σκληρά», που αποτελούσε και το προσωπικό του σύνθημα.

Αλλά κι όλοι οι άλλοι δούλευαν σύμφωνα με τις ικανότητές τους. Οι κότες και οι πάπιες, για παράδειγμα, μάζεψαν πέντε μόδια σιτάρι κατά το θέρισμα που συγκέντρωσαν από τα κλωνιά που είχαν πέσει στο χώμα. Κανείς δεν έκλεβε, κανείς Δε μουρμούριζε για τη μερίδα του. Οι καβγάδες κι οι δαγκωνιές, οι ζηλοφθονίες που ήταν συνηθισμένα καμώματα της ζωής που πέρασε, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Κανείς δεν έκανε ζαβολιές ή καλύτερα, σχεδόν κανένας. Η Μόλη, για να πούμε τη αλήθεια, δεν τα κατάφερνε να σηκώνεται νωρίς το πρωί, κι έβρισκε τρόπους ν' αφήνει τη δουλειά της στη μέση λέγοντας πως είχε μπει στην οπλή της κάποιο λιθάρι.

Αλλά και της γάτας η συμπεριφορά ήταν κάπως παράξενη. Παρατηρήθηκε πως κάθε φορά που ήταν να γίνει κάποια δουλειά, γινόταν άφαντη. Ήταν ικανή να χαθεί για ώρες και στο τέλος να κάνει την εμφάνισή της την ώρα του φαγητού ή το σούρουπο, όταν πια είχαν τελειώσει οι δουλειές, Σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Έβρισκε όμως κάτι δικαιολογίες κι άρχιζε ένα τόσο τρυφερό γούρ-γούρ που ήταν αδύνατο να μην πιστέψεις την καλή της διάθεση.

Ο γερο-Βενιαμίν, ο γαϊδαράκος από τον καιρό της Επανάστασης δεν έδειχνε να 'χει αλλάξει καθόλου. Έκανε τη δουλειά του με τον ίδιο βραδύ ρυθμό και το ίδιο πείσμα όπως και τον καιρό του Τζόουνς, χωρίς ν' αποφεύγει τίποτα, αλλά και χωρίς να πηγαίνει γυρεύοντας για παραπάνω δουλειές. Σχετικά με την Επανάσταση και τα επακόλουθά της Δε διατύπωνε καμιά κρίση. Όταν τον ρωτούσαν αν ήταν πιο ευτυχής τώρα που ο Τζόουνς ήταν φευγάτος, αποκρινόταν μ' ένα: «Τα γαϊδούρια ζούνε πολλά χρόνια. Κανένας σας δεν είδε ποτέ ψόφιο γαϊδούρι» και τ' άλλα ζώα έπρεπε ν' αρκεστούν σ' αυτή την αινιγματική απόκριση.

Τις Κυριακές είχαν σχόλη. Το κολατσιό το παίρνανε μια ώρα αργότερα από το κανονικό και κατόπιν έκαναν τελετή που την παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα απαραίτητα. Πρώτα γινόταν η έπαρση της σημαίας. Ο Χιονάτος είχε βρει στο δωμάτιο με τις σαγές ένα παλιό πράσινο τραπεζομάντιλο της κυρα-Τζόουνς πάνω στο οποίο είχε ζωγραφίσει με άσπρη μπογιά μια οπλή κι ένα κέρατο. Την ανέβαζαν κάθε Κυριακή πρωί στον ιστό που βρισκόταν στον κήπο. Το πράσινο χρώμα της σημαίας, εξηγούσε ο Χιονάτος, παρίστανε τα λιβάδια της Αγγλίας και η οπλή με το κέρατο συμβόλιζαν τη μελλούμενη Δημοκρατία των Ζώων όταν πια το γένος των ανθρώπων θα 'χε ανατραπεί.


Έπειτα από βαθιά σκέψη ο Χιονάτος ανακοίνωσε πως οι Εφτά Εντολές θα περιορίζονταν σ' ένα απλό ρητό, δηλαδή: «Τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά».                         

Μετά από την έπαρση της σημαίας όλα τα ζώα σε παράταξη κατευθύνονταν στη μεγάλη σιταποθήκη για τη γενική τους συνέλευση που την ονόμαζαν Συγκέντρωση. Στη διάρκειά της προγραμμάτιζαν τις δουλειές της ερχόμενης βδομάδας και συζητούσαν τις προτάσεις που υποβάλλονταν. Τις προτάσεις τις έκαναν πάντοτε τα γουρούνια. Τα άλλα ζώα καταλάβαιναν πώς να ψηφίζουν μα το μυαλό τους δεν κατέβαζε καμιά ιδέα. Στις συζητήσεις οι πιο δραστήριοι ήταν ο Χιονάτος και ο Ναπολέων. Παρατηρήθηκε όμως πως οι δυο τους δεν συμφωνούσαν ποτέ. Όποια εισήγηση κι αν έκανε ο ένας, ο άλλος αμέσως έπαιρνε αντίθετη θέση. Ακόμα κι όταν αποφασίστηκε —πράγμα για το οποίο δεν είχε κανείς αντίρρηση— το θέμα να ορίσουν το λιβαδάκι πίσω απ' το περιβόλι ως τόπο που θα αναπαύονταν τ' απόμαχα ζώα, σηκώθηκε θυελλώδης αντιγνωμία γύρω από το σωστό όριο ηλικίας κάθε ζώου. Η Συγκέντρωση τέλειωνε πάντα με τα «Ζώα της Αγγλίας», και το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στην ψυχαγωγία.

Τα γουρούνια είχαν μετατρέψει το καμαράκι με τις σαγές σε αρχηγείο τους. Εκεί μέσα κάθε βράδυ μελετούσαν σιδηρουργία, ξυλουργική κι άλλες τέχνες από βιβλία που είχαν πάρει από το σπίτι. Εξάλλου ο Χιονάτος καταγινόταν να οργανώσει τα άλλα ζώα σε Επιτροπές, όπως τις έλεγε κι ήταν ακαταπόνητος. Συγκρότησε την «Επιτροπή Παραγωγής Αβγών» για τις κότες, το «Σύνδεσμο των Καθαρών Ουρών» για τις αγελάδες, την «Αναμορφωτική Επιτροπή Αγρίων Συντρόφων», με σκοπό την εξημέρωση των ποντικών και των λαγών, το «Λαϊκό Κίνημα του Άσπρου Μαλλιού» για τα πρόβατα κι άλλες ακόμη, χώρια από τη σύσταση τμημάτων ανάγνωσης και γραφής. Στο σύνολό τους τα προγράμματα αυτά σημείωσαν αποτυχία.

Η προσπάθεια να εξημερωθούν τα άγρια ζώα π.χ., εξανεμίστηκε σχεδόν στη στιγμή. Εκείνα συνέχισαν να συμπεριφέρονται όπως και πριν, και στην περίπτωση που η μεταχείριση που τους γινόταν είχε κάτι το μεγαλόψυχο, αυτά απλώς την εκμεταλλεύονταν. Η γάτα έγινε μέλος της Αναμορφωτικής Επιτροπής και για μερικές μέρες δείχτηκε πολύ δραστήρια. Μια μέρα την είδαν ανεβασμένη σε μια στέγη να κουβεντιάζει με κάτι σπουργίτια που στέκονταν σε κάποια απόσταση απ' αυτήν. Τους έλεγε πως τώρα πια όλα τα ζώα είχαν γίνει ένα, και πως όποιο σπουργίτι ήθελε να το διαπιστώσει, δεν είχε παρά να πάει να κουρνιάσει στα πόδια της. Τα σπουργίτια όμως μείνανε στη θέση τους.

Τα τμήματα ανάγνωσης και γραφής αποδείχτηκαν πολύ πετυχημένα. Το φθινόπωρο, κάθε ζώο σχεδόν είχε πάρει κάποια μόρφωση. Όσο για τα γουρούνια, μπορούσαν πια να διαβάζουν σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά το μόνο που ήθελαν να διαβάζουν ήταν οι Εφτά Εντολές (…) Έπειτα από βαθιά σκέψη ο Χιονάτος ανακοίνωσε πως οι Εφτά Εντολές θα περιορίζονταν σ' ένα απλό ρητό, δηλαδή: «Τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά». Όπως είπε, μέσα σ' αυτό περιεχόταν η βασική αρχή του Ανιμαλισμού, κι όποιος το έβαζε καλά μέσα του θα ήταν απρόσβλητος στις ανθρώπινες επιδράσεις. Στην αρχή τα πουλιά διατύπωσαν αντιρρήσεις επειδή και κείνα είχαν δυο πόδια, αλλά ο Χιονάτος τα καθησύχασε πως το θέμα δεν ήταν τέτοιο.

— Οι φτερούγες των πουλιών, σύντροφοι, τους είπε, είναι όργανα που χρησιμεύουν στο πέταγμα, δεν είναι όργανα που κάνουν δουλειές. Πρέπει, λοιπόν, να τα θεωρείται σαν πόδια. Τα όργανα που κάνουν τον Άνθρωπο να ξεχωρίζει, είναι τα χέρια. Με τα χέρια κάνει όλο το κακό.


Τζώρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων, μτφ. Κυριάκος Ντελόπουλος, Γράμματα, Αθήνα 1982. O Τζορτζ Όργουελ (25 Ιουνίου 1903 - 21 Ιανουαρίου 1950), πραγματικό όνομα Έρικ Άρθουρ Μπλερ, ήταν Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το έργο του χαρακτηρίζεται από ξεκάθαρο πεζό λόγο, συνειδητότητα των κοινωνικών ανισοτήτων, αντίθεση στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και αφοσίωση στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Σπούδασε υπότροφος στο Ίτον, όπου πρωτοδημοσίευσε κείμενά του σε περιοδικά. Το 1922 διορίστηκε αξιωματούχος στην αστυνομία της Βιρμανίας, απ’ όπου παραιτήθηκε μια εξαετία αργότερα, αμφισβητώντας τον ρόλο του στην αποικιακή διοίκηση. Στη συνέχεια έζησε για αρκετό καιρό φτωχικά σε Παρίσι και Λονδίνο, αλλάζοντας πολλά επαγγέλματα και συναναστρεφόμενος με περιθωριακούς. Η απόφασή του ήταν συνειδητή και χαρακτηρίστηκε από την απόρριψη του αστικού τρόπου ζωής, που συνοδεύτηκε από την πολιτική του ωρίμανση. Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του αναρχικό. Τα βιβλία του Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου (1933), Μέρες της Μπούρμα (1934), Η κόρη του παπά (1935) και Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν (1937), δίνουν το χρονικό της περιόδου αυτής και καταγράφουν την εξέλιξη των ιδεών του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε τα δύο βιβλία που του χάρισαν τη μεγάλη του φήμη. Το 1944 ολοκλήρωσε τη Φάρμα των Ζώων, πολιτική αλληγορία εμπνευσμένη από τη Ρωσική Επανάσταση και τη σταλινική περίοδο της ΕΣΣΔ. Το 1949 κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο, το περίφημο 1984. Με τη δράση τοποθετημένη στο μελλοντικό τότε έτος 1984, σκιαγραφεί αριστουργηματικά όσο και εφιαλτικά το ολοκληρωτικό αστυνομικό κράτος, όπου τα πάντα εξελίσσονται υπό την παρακολούθηση του Μεγάλου Αδελφού.   

 
Διαβάστε επίσης:
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Τζορτζ Όργουελ
Όργουελ: Ο κίνδυνος γιγαντώνει την εξουσία
Όργουελ: Η εξουσία

 
εμφάνιση σχολίων