0
10
σχόλια
1911
λέξεις
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Ένα οδοιπορικό στη σημερινή και λίγο άγνωστη πραγματικότητα της λαϊκής αγοράς με «ξεναγούς» δικούς της ανθρώπους
 
ΡΕΠΟΡΤΑΖ, ΦΩΤΟ: ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
21 Μαΐου 2018
Μεγαλωμένος στην εποχή της θαλπωρής του παλιού μπακάλικου και κατόπιν σε ψυχρούς διαδρόμους των σούπερ-μάρκετ, η λαϊκή αγορά παρέμενε για μένα, μέχρι πρόσφατα, terra incognita.
 
Την ανακάλυψα, τελικά, όταν μετακόμισα σε δρόμο που κάθε εβδομάδα φιλοξενεί μια από τις μεγαλύτερες λαϊκές αγορές της Αθήνας. Επιστρέφοντας στο σπίτι μετά τα ψώνια, σύντομα πρόσεξα δύο πράγματα: αφ’ ενός είχα επιτέλους το  «καλάθι» μου γεμάτο φρεσκάδα χωρίς να αδειάσει η  πολύπαθη τσέπη μου, και αφ’ ετέρου ένα επιπλέον απρόσμενο bonus: μυαλό και σώμα σε πλήρη υπερδιέγερση. Δεν ξέρω τι αίσθηση δημιουργεί μια ένεση αδρεναλίνης αλλά πιστεύω ότι πρέπει να είναι κάπως έτσι. Αναζητώντας την αιτία γι αυτή την ξαφνική «ανάταση» κατέληξα ότι βασικά οφείλεται σε μια καλημέρα. Μια απλή, εγκάρδια, καλημέρα που ανταλλάζω με τους επαγγελματίες στους πάγκους μπροστά στο σπίτι μου: τη χαμογελαστή Σοφία, τον πάντα ευγενικό Λευτέρη, την Ελένη, και παραδίπλα τον Αντρέα τον ψηλό.  

«Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες προχωρήσαμε από την καλημέρα σε λιγόλεπτες συζητήσεις για το πώς περνάμε, τα νέα μας, τι γίνεται με τις δουλειές μας» 

Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες προχωρήσαμε από την καλημέρα σε λιγόλεπτες συζητήσεις για το πώς περνάμε, τα νέα μας, τι γίνεται με τις δουλειές μας, τι κάνει το σκυλάκι μου. Αποτέλεσμα: να περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο πέρασμά μου ανάμεσα στους πάγκους προκειμένου να αισθανθώ ξανά αυτή την ιδιότυπη και υψηλών οκτανίων ενέργεια που εκπέμπει το φαινομενικό χάος της υπαίθριας αγοράς. Και λέω φαινομενικό, επειδή συνειδητοποίησα ότι η λαϊκή υπακούει σε δικούς της κανόνες, έχει δικά της όρια, αλήθειες και μύθους.
 
«Ένας από αυτούς τους μύθους είναι ότι όσοι εργαζόμαστε εδώ δεν έχουμε άλλα ενδιαφέροντα» μου πετάει μια μέρα η Σοφία Βούλγαρη ζυγίζοντας τις πιπεριές μου. Έχει τελειώσει Στατικός/Δομικός Μηχανικός -μια δουλειά που όπως εξηγεί έκανε επί τριετία. Η ενασχόλησή της με το εμπόριο στη λαϊκή ξεκίνησε ουσιαστικά πριν από επτά χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της τον οποίο είχε γνωρίσει εκεί. Είναι παρόλα αυτά ένα περιβάλλον που γνωρίζει καλά από 8 ετών αφού εργαζόταν στη λαϊκή και ο πατέρας της.

«Ο κόσμος γενικά δεν μας θεωρεί αξιόλογους ανθρώπους»

Μια μέρα κανονίζουμε να με «ξεναγήσει». Σήμερα, λοιπόν, στα 50 της, ενώ απασχολείται πέντε μέρες την εβδομάδα στον πάγκο της, παρακολουθεί ταυτόχρονα σεμινάρια Διαδικτυακού Μάρκετινγκ. «Η λαϊκή αγορά είναι θεσμός» αρχίζει να μου λέει. «Βλέπεις, η πολύ καλή σχέση τιμής και ποιότητας των προϊόντων αποτελεί απαράβατο κανόνα στις λαϊκές αγορές, γεγονός που όπως καταλαβαίνεις στα χρόνια της κρίσης τις κάνει ακόμα πιο απαραίτητες στο κόσμο. Μη ξεχνάς όμως και τον παράγοντα άνθρωπο, δηλαδή τη σχέση εμπιστοσύνης που αποκτά ο πελάτης με τον παραγωγό και τον επαγγελματία».

 
 Στη κουβέντα μπαίνει ο 26χρονος γιός της, ο Λευτέρης Καρόπουλος, με τον οποίο μοιράζεται το βάρος της δουλειάς, και ο οποίος πηγαίνει παράλληλα σε Νυχτερινό Τεχνικό Λύκειο με αντικείμενο την Γεωπονία. Μου προσφέρει τσιγάρο και κάθομαι σε μια μικρή στίβα από καφάσια πίσω από τον πάγκο τους, ενώ εκείνος μου μιλάει όρθιος χωρίς ν’ αφήνει από τα μάτια του τη δουλειά.

«Συμβουλεύω όσους νέους σκέφτονται ν’ ασχοληθούν να έχει ‘ταυτότητα’ ο πάγκος τους…» 

«Μου αρέσει να δημιουργώ γι αυτό σκοπεύω ν’ ασχοληθώ με την παραγωγή» εξηγεί για τα σχέδιά του. «Είναι υπέροχο να φυτεύεις κάτι και να το βλέπεις να μεγαλώνει». «Αυτό είναι το όνειρό σου;» ρωτάω. «Τα όνειρα είναι για τους ερασιτέχνες» απαντάει εκείνος σοβαρά. «Εγώ είμαι επαγγελματίας». Ο Λευτέρης μου εξηγεί επίσης το λόγο για τον οποίο διάφοροι παρερμηνεύουν την οικειότητα, τη χαρακτηριστική συμπεριφορά και τον αυθορμητισμό των εμπόρων. «Δεν σου κρύβω πως σ’ ένα βαθμό μ’ ενοχλεί η γνώμη που έχουν σχηματίσει για εμάς. Με τους συναδέλφους αισθάνεσαι σαν οικογένεια και ο αυθορμητισμός σου φτάνει σε σημείο μάλιστα να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι με κόσμο που σε παρακολουθεί συνεχώς. Θεωρώ ότι πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις οφείλονται εκεί. Ο κόσμος γενικά δεν μας θεωρεί αξιόλογους ανθρώπους. Σε όλες τις δουλειές, όμως, υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι. Έτσι και στη δική μας περίπτωση. Δεν είναι όλοι το ίδιο. Η καλή συνεργασία μεταξύ μας, η αλληλεγγύη και ο υγιής ανταγωνισμός είναι για μένα μεγάλα κεφάλαια».

«Είναι ζωντανοί άνθρωποι, όχι ψυχροί και απόμακροι. Δεν χάνω με τίποτα την ημέρα της λαϊκής!»

 Ζήτησα τη γνώμη της κας Στέλλας Μπακανδρίτσου, ιδιωτικής υπαλλήλου, που ανήκει στους φανατικούς πελάτες της λαϊκής αγοράς. «Α, δεν έχω κανένα πρόβλημα με θέματα συμπεριφοράς εκ μέρους των εμπόρων» μου λέει. «Απεναντίας. Είναι ζωντανοί άνθρωποι, όχι ψυχροί και απόμακροι. Δεν χάνω με τίποτα την ημέρα της λαϊκής! Με διασκεδάζει και με συμφέρει να ψωνίζω εκεί» συμπληρώνει με βεβαιότητα στη φωνή της.
 
Προσέχω ότι στη λαϊκή δεν εργάζονται πολλά άτομα μικρής ηλικίας. «Είναι επειδή οι Έλληνες δεν θέλουν τα παιδιά τους να δουλέψουν εδώ» μου λέει ο Λευτέρης. «Είναι ζόρικα, με πολύ στρες. Εγώ, πάντως, προτιμώ να εργάζομαι εδώ παρά υπάλληλος σε εταιρεία. Συμβουλεύω όσους νέους σκέφτονται ν’ ασχοληθούν να έχει ‘ταυτότητα’ ο πάγκος τους, να κάνουν υπομονή επειδή ο κόσμος είναι κακός και προσβάλει, να μην ενοχλήσουν, να έχουν τα μάτια τους 500 και ταλέντο στο παζάρι».
 
Ο τρίτος της παρέας, ο Δημήτρης Πατσιάς, 30 ετών, έχει το πόστο του λίγο πιο κάτω. Είναι παραγωγός, συνδικαλιστής και μέλος της Ομοσπονδίας Παραγωγών Λαϊκών Αγορών Ελλάδος. Στη λαϊκή βρέθηκε αμέσως μετά τη στρατιωτική του θητεία, το 2004, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα και του παππού του. Ενώ τότε δεν έδωσε άλλη ευκαιρία στον εαυτό του, τώρα έχει θέσει νέο στόχο: να γίνει σεφ, και για να τον πετύχει παρακολουθεί μαθήματα τρεις φορές την εβδομάδα.

«Τα μανάβικα και τα σούπερ-μάρκετ είναι οι βασικοί ανταγωνιστές μας, όχι λόγω τιμών αλλά επειδή λειτουργούν βρέξει χιονίσει» 

«Τη λαϊκή τη βλέπω καθαρά βιοποριστικά» μου λέει. «Είναι τόσο δύσκολες οι συνθήκες ώστε λίγοι αποφασίζουν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Συνεχώς ακροβατείς να τα χάσεις όλα. Αγωνιάς μονίμως αν θα επιβιώσεις οικονομικά επειδή εξαρτάσαι από πολλούς παράγοντες ακόμα και από τις καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα το προϊόν και τη διάθεσή του. Τα μανάβικα και τα σούπερ-μάρκετ είναι οι βασικοί ανταγωνιστές μας, όχι λόγω τιμών αλλά επειδή λειτουργούν βρέξει χιονίσει».
 
Όσο μιλάμε αντιλαμβάνομαι πως η λαϊκή αγορά είναι ένας πραγματικά ζωντανός οργανισμός που αναπνέει για την πόλη και από την πόλη. «Ξέρεις ότι πολλοί ηλικιωμένοι βλέπουν τη λαϊκή σαν τη βόλτα τους;» με ξαφνιάζει ο Δημήτρης. «Περνούν, συναντούν γνωστούς, πιάνουν κουβέντα και με κάποιο τρόπο ξεδίνουν. Πριν από την κρίση, οι μητέρες στα νοικοκυριά που δεν χρειαζόταν να δουλέψουν έκαναν οι ίδιες τα ψώνια. Τώρα που όσοι μπορούν σε μια οικογένεια δουλεύουν, στέλνουν περισσότερους παππούδες και γιαγιάδες με λίστα. Πάντως η αγοραστική κίνηση έχει πέσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια». «Κάτι, επίσης, που έχω προσέξει» συμπληρώνει η Σοφία «είναι ότι ακόμα και η πορεία του Χρηματιστηρίου επηρεάζει άμεσα τη κίνηση σ’ εμάς! Παράδοξο, αλλά συμβαίνει».

Στην Αθήνα λειτουργούν 44 λαϊκές, κάθε μια από αυτές διαθέτει τουλάχιστον 300 πάγκους 

Η λαϊκή είναι καθρέφτης της κοινωνίας μας σκέφτομαι καθώς παρατηρώ ένα κομψό, ακριβά ντυμένο νέο ζευγάρι να διαλέγει φρούτα δίπλα σε μια ηλικιωμένη που μετράει προσεκτικά τα ψιλά στο χέρι της.
 
Αν σκεφτώ, λένε οι συνομιλητές μου, ότι παλιότερα στο τέλος της μέρας άδειαζαν οι λαϊκές από προϊόντα, πως στην Αθήνα λειτουργούν 44 λαϊκές, κάθε μια από αυτές διαθέτει τουλάχιστον 300 πάγκους και ότι ένας πάγκος γεμίζει ένα φορτηγό, θα πάρω μια ιδέα γιατί σε προεκλογικές περιόδους υποψήφιοι υπόσχονται άδειες!

«Στη Γλυφάδα όπου οι κυρίες ψωνίζουν φορώντας από Gucci μέχρι Armani η λαϊκή είναι ακριβότερη απ’ ό,τι στο κέντρο;»

«Σήμερα, η ανέχεια έχει ρίξει τις τιμές» συνεχίζει η Σοφία. «Αλλά τις τιμές τις επηρεάζουν και οι καιρικές συνθήκες. Αν, για παράδειγμα, κάνει ζέστες έχουμε περισσότερο πρόϊόν και μικρότερες τιμές, ενώ αν κάνει μια ξαφνική παγωνιά οι υπαίθριες καλλιέργειες καταστρέφονται με αποτέλεσμα έλλειψη προϊόντος και άρα υψηλότερη τιμή».

Ρώτησα αν αληθεύει, όπως μου είπε ο κ. Ν. Νομικός, κάτοικος Γλυφάδας, πως στη γειτονιά του όπου, όπως λέει, κυρίες ψωνίζουν φορώντας από Gucci μέχρι Armani η λαϊκή είναι ακριβότερη απ’ ό,τι στο κέντρο. «Ναι, μπορεί να συμβεί ανάλογα την περιοχή» συμφωνεί η Σοφία. «Αν δει ο έμπορος ότι υπάρχει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη θα το κάνει. Πάντως, τώρα οι οικονομικές δυνατότητες του κόσμου έχουν περιοριστεί κατά πολύ και οι τιμές είναι χαμηλές. Δεν οφελεί να μας μείνει το εμπόρευμα. Πρέπει να είναι φρέσκο. Και γι αυτό πολλοί ψωνίζουν όταν πέσουν οι τιμές μετά το μεσημέρι».

Μαθαίνω για τα κουπόνια πολυτέκνων τα οποία δέχονται και τα οποία χρησιμοποιούν πολλές οικογένειες τα δύο τελευταία χρόνια

 Σε αυτό το σημείο αναφέρω και όσους βλέπω όταν κλείσει η λαϊκή να διαλέγουν από προϊόντα που έμειναν πίσω. «Ναι, το ξέρουμε» λέει η Σοφία. «Επειδή αυτές τις εποχές, όμως, τίποτα δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο, συνεργαζόμαστε με την ΜΚΟ «ΜΠΟΡΟΥΜΕ» και προσφέρουμε ό,τι έχουμε».  Η οργάνωση δραστηριοποιείται στη μείωση της σπατάλης φαγητού και παράλληλα της επισιτιστικής προσφοράς. Οι εθελοντικές δράσεις της αφορούν στη στήριξη του προγράμματος «Διάσωση & Προσφορά Τροφίμων» με σύνθημα «Καμία μερίδα φαγητού χαμένη». Το πρόγραμμα «Μπορούμε στη Λαϊκή» αποσκοπεί στη μείωση της σπατάλης του πρωτογενούς παραγωγικού τομέα μέσω αξιοποίησης των αδιάθετων προϊόντων από τους πάγκους των παραγωγών και εμπόρων με στόχο τη διάθεσή τους υπέρ κοινωφελών φορέων της ίδιας περιοχής. 
 
 
Μαθαίνω για τα κουπόνια πολυτέκνων τα οποία δέχονται και τα οποία χρησιμοποιούν πολλές οικογένειες τα δύο τελευταία χρόνια, ενώ
γνωρίζω από πρώτο χέρι για τις γεμάτες σακούλες που αφήνουν δωρεάν οι έμποροι στις πόρτες πελατών τους που ξαφνικά έμειναν άνεργοι ή ανήμπορων ηλικιωμένων που δεν τα βγάζουν πέρα.

«Εκείνους που δεν ανεχόμαστε είναι οι πορτοφολάδες που ξέρουμε ποιοι είναι. Τους ξέρουμε και τους παρακολουθούμε. Να, τον βλέπεις εκείνον με το πράσινο μπουφάν;» 

«Ακόμα και όταν βλέπουμε κάποιον να ρίχνει μια τομάτα ή δυο κολοκυθάκια στη τσάντα του δεν λέμε πια τίποτα. Τι να πεις; Ο κόσμος πεινάει» λέει η Σοφία σφίγγοντας τα χείλη της. «Εκείνους που δεν ανεχόμαστε είναι οι πορτοφολάδες που ξέρουμε ποιοι είναι, και οι οποίοι στοχεύουν συνήθως ηλικιωμένους. Τους ξέρουμε και τους παρακολουθούμε. Να, τον βλέπεις εκείνον με το πράσινο μπουφάν;» Με ρωτάει δείχνοντας ένα τύπο στο πλήθος. «Είναι γνωστός πορτοφολάς και τον προσέχουμε όλοι. Με το που εμφανίζεται πέφτει σύρμα!».

«Από τον παππού μας το μόνο που άλλαξε στη λαϊκή είναι ότι ενώ παλιά άπλωναν τα προϊόντα σε χαλιά. Δεν γίνεται διαφήμιση, δεν υπάρχει μάρκετινγκ»  

Η επόμενη ερώτησή μου είναι με ποιους τρόπους θα μπορούσε η λαϊκή αγορά να βελτιωθεί; «Έχουμε κάνει προτάσεις, έχουμε ιδέες που πιστεύουμε ότι θα βάλουν τη λαϊκή σε νέα εποχή» απαντά ο Δημήτρης. «Αν η λαϊκή εκσυγχονιστεί θα είναι προς όφελος όλων. Να έχουμε αγορές απογευματινές για όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να ψωνίσουν άλλες ώρες, καλύτερες συνθήκες υγιεινής για τους εργαζόμενους, φύλαξη από σεκιούριτι. Σκέψου πόσο θα βοηθούσε αν καταφέρναμε να οργανωθούμε στο Διαδίκτυο. Να σου δίνεται η δυνατότητα να παραγγείλεις on line στον παραγωγό ή στον έμπορο της αρεσκείας σου. Το internet, πιστεύω, θα μπορούσε να ανεβάσει μέχρι και 100% τη δουλειά μας. Προκειμένου όμως να πραγματοποιηθεί μια τέτοια ιδέα χρειάζεται οργάνωση επάνω σε νέα βάση και διαφορετική νοοτροπία». Από τον παππού μας το μόνο που άλλαξε στη λαϊκή είναι ότι ενώ παλιά άπλωναν τα προϊόντα σε χαλιά τώρα υπάρχουν πάγκοι και ταμειακές μηχανές, επισημαίνει η Σοφία «αν και εκτός Αττικής χρησιμοποιούν ακόμα κουβέρτες. Δεν γίνεται διαφήμιση, δεν υπάρχει μάρκετινγκ». 
 
«Οφείλουμε να κοιτάξουμε μπροστά» συνεχίζει ο Δημήτρης. «Προς το παρόν, τη λαϊκή δεν τη σκέφτονται τόσο οι νέοι παρά μόνο όταν παντρευτούν και κάνουν παιδιά, και αυτό λόγω οικονομίας. Για παράδειγμα, θα ήταν ωραίο και χρήσιμο τα σχολεία να οργανώνουν εκπαιδευτικές εκδρομές σε λαϊκές αγορές ώστε να τις μάθουν τα παιδιά, να διευρύνουν τους ορίζοντές τους βλέποντας πώς λειτουργούμε και να φεύγουν με δώρα από κάθε πάγκο» ολοκληρώνει καθώς ετοιμάζομαι να τους αφήσω, ευχαριστώντας τους για το δώρο της δικής μας γνωριμίας, που μου άνοιξαν τις καρδιές τους. «Κι εμείς σ’ ευχαριστούμε» χαμογελάει η Σοφία. «Αν θέλεις και κάτι άλλο στείλε μου μήνυμα στο facebook».

 
Ρεπορτάζ/ φωτογραφίες: Νικήτας Καραγιάννης
 
 
Διαβάστε επίσης: Καμία μερίδα φαγητού χαμένη
 
εμφάνιση σχολίων