0
1
σχόλια
527
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Από τον Χρήστο Αγγελάκο

DOCTV.GR
12 Δεκεμβρίου 2016
«Σε όλες τις πράξεις γύρευε τον εαυτό της
Κανείς δεν πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη»

Μαρία Λαϊνά, Δικό της


Στεκόμουν πίσω από το παράθυρο. Κοίταζα το άσχημο σπίτι με το άσχημο δέντρο. Άφηνα τον εαυτό μου να παρατείνει τον χρόνο της παραμονής. Έφτασα να περνάω μισάωρα πάνω σ’ ένα ρόλερ κόστερ που με γκρέμιζε από το χνώτο του Θεού. Με ανέβαζε αστραπιαία και τα πόδια μου μένανε καρφωμένα στο πάτωμα. Έξω, το άσχημο σπίτι. Έξω, το άσχημο δέντρο.

Το ρόλερ κόστερ παλιά το λέγανε και Ρώσικα Βουνά. Όλα ήταν παγωμένα εκεί ψηλά κι εγώ ανέβαινα και κατέβαινα παγωμένος και ίδρωνα. Επαναλάμβανα τη φράση από το γράμμα της φίλης: «μου θυμίζει κάτι που χάλασε ήσυχα κι αυτό μ’ αρέσει.» Γραμμένο σε κίτρινο χαρτί το γράμμα. Και λίγο τσαλακωμένο.

Το σπίτι, το δέντρο, η φράση, το γράμμα: ξεκόλλησαν και δεν μπορούσαν να ενωθούν. Ladose, Effexor, Valdoxan, Cibata, και πάλι Effexor, Seropram. Με μάγευαν τα ονόματα. Ήμουν μικρός και περπατούσα ανάμεσα στα δέντρα.

Η Κ. ήρθε αγριεμένη, αδέσποτη, και με περίμενε έξω απ’ το σπίτι. Λες και θα μου ’τρωγε το χέρι, τόσο πεινασμένη. Με τρόμαξε, της φόρεσα τον πνίχτη, της έβαλα και ταυτότητα: ήταν δικιά μου. Μια φορά της τράβηξα την ουρά, εκεί που απολήγουν τα νεύρα. Την πόνεσα και με δάγκωσε. Χρόνια μετά, την έπαιρνα και ξαπλώναμε στον καναπέ. Τη χάιδευα και μου παραδινόταν. Το χέρι μου θυμότανε τον πόνο.

Στο «Ένα πάθος στην έρημο» ο Μπαλζάκ βάζει τον λεγεωνάριο να ερωτεύεται μια τίγρη. Της δίνει και όνομα, τη λέει Μινιόν. Ο φόβος του κανιβαλισμού δίνει τη θέση του στην έλξη. Το ρόλερ κόστερ φτάνει στην κορυφή, και «η έρημος σαν να κατοικήθηκε». Δεν υπάρχει ωραιότερη μεταφορά για να εννοηθεί ο έρωτας. Η κατοίκηση περιλαμβάνει το γλίστρημα, τον ίλιγγο, τον πάτο, και τον λεγεωνάριο με κομμένο το χέρι να λέει την ιστορία σε κάποιον που λέει την ιστορία στον Μπαλζάκ.

Αναρωτιέμαι αν οφείλεται στην κατάθλιψη ο γκρεμός όπου ρίχνω τις ιστορίες μου. Ξεμπερδεύω με συνοπτικές διαδικασίες: οι ερωτευμένοι είναι καταθλιπτικοί. Η μισή κατάθλιψη χρεώνεται στο ανέφικτο. Η άλλη μισή στη συνάντηση με τον Άλλο.

Η κατάθλιψη είναι φίλη μου. Δεν θα ζήσω χωρίς αυτή γιατί την αγαπάω. Είναι πλάι μου όταν γράφω. Μου τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια. Παίρνει φόρα και μου υπαγορεύει τα δικά της. Παίρνω ένα κλαδευτήρι και τα πετσοκόβω. Της κλείνω το μάτι, «αλλιώς δεν έχει πλάκα».

Ο καταθλιπτικός είναι ενοχικός. Ξέρει πως για όλα φταίει αυτός. Για όσα έζησε και για όσα φαντάστηκε. Όχι, γιατί τα προκάλεσε, αλλά γιατί το βλέμμα των άλλων τον ενοχοποιεί. Αν δεν το κάνουν, θα τους ενοχοποιήσει αυτός. Παίζουμε τα στρατιωτάκια, ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα.

Τα Χριστούγεννα είναι το πάρτι του καταθλιπτικού. Βάζει τα καλά του και ποζάρει αγκαλιά με την κατάθλιψή του. Φοράνε περούκες και λαμέ, σαν τον Φλωρινιώτη με την κόρη του. Πίσω απ’ το τζάμι, το άσχημο δέντρο με λαμπιόνια. Από τα ηχεία ακούγονται τα κάλαντα σε όλες τις γλώσσες. Η Φιλαρμονική της Βιέννης παίζει την Άγια Νύχτα. Οι φιλαρμονικές μπορούν να τρελάνουν τον άνθρωπο.

Ο καταθλιπτικός γίνεται ευφορικός, μόλις περάσει στην εποχή των καταφάσεων. Πηγαίνω στο μοναστήρι, ανάβω ένα κερί και προσεύχομαι. Προσεύχομαι θα πει αδειάζω. Αφήστε κατά μέρος τη θρησκευτικότητα. Δοκιμάστε να συγκεντρωθείτε για ώρα στη φλόγα του κεριού. Πιάνει.
 
εμφάνιση σχολίων