0
1
σχόλια
2292
λέξεις
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Μαθήματα από δύο εποχές. Όταν η Ιστορία αρχίζει να «ομοιοκαταληκτεί». Από τον Νιλ ΜακΚουίν
 
PRESS | ΦΩΤΟ: WIKICOMMONS
21 Ιανουαρίου 2026

Με διαφορά ενενήντα δύο ετών, δύο επίσημα έγγραφα άνοιξαν τον δρόμο για τη ραγδαία αύξηση της καταναγκαστικής εξουσίας απέναντι σε στοχευμένους πληθυσμούς. Τα ιστορικά συμφραζόμενα είναι διαφορετικά. Όμως μηχανισμοί όπως οι μαζικές προσλήψεις, η ανεπαρκής εκπαίδευση και η αποδυνάμωση των μηχανισμών εποπτείας- ακολουθούν ένα γνώριμο μοτίβο.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1933, ο Πρώσος υπουργός Εσωτερικών Χέρμαν Γκέρινγκ υπέγραψε διάταγμα που διόριζε 50.000 άνδρες των ταγμάτων εφόδου SA ως επικουρικούς αστυνομικούς. Στις 20 Ιανουαρίου 2025, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε ένα εκτελεστικό διάταγμα με τίτλο «Προστασία του Αμερικανικού Λαού από την Εισβολή».

Και στις δύο περιπτώσεις, διευρύνθηκαν οι αρμοδιότητες οργάνων που καλούνταν να αντιμετωπίσουν αυτό που οι πολιτικοί τους προστάτες χαρακτήριζαν «εχθρό εκ των έσω».

Η σύγκριση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να εξισώσει ηθικά τις δύο περιπτώσεις. Η SA ήταν μια κομματική πολιτοφυλακή, που δολοφονούσε πολιτικούς αντιπάλους και προετοίμασε το έδαφος για τη γενοκτονία. Η ICE είναι ένας ομοσπονδιακός μηχανισμός επιβολής του νόμου, με τυπική νομιμοποίηση και θεσμικό πλαίσιο. Πρόκειται για διαφορετικές εποχές, διαφορετικά νομικά καθεστώτα με διαφορετικούς περιορισμούς.

Αυτό που εξετάζεται εδώ είναι η δομή. Τι συμβαίνει όταν ένα κράτος επεκτείνει με ταχύτητα μια δύναμη εξουσιοδοτημένη να ασκεί βία ή καταναγκασμό απέναντι σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό; Οι μηχανισμοί -μαζικές προσλήψεις, χαλαροί έλεγχοι καταλληλότητας, ανεπαρκής εκπαίδευση, αποδυναμωμένη εποπτεία- παράγουν παρόμοια, αναγνωρίσιμα μοτίβα. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα μοτίβα μπορούν να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση για το παρόν.

Η έκρηξη των προσλήψεων: Στις αρχές του 1931, η SA αριθμούσε περίπου 77.000 μέλη. Με την ανάληψη της ηγεσίας από τον Έρνστ Ρεμ, οι προσλήψεις εκτοξεύθηκαν. Μέσα σε έναν χρόνο, τα μέλη της έφτασαν τις 400.000. Όταν ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος τον Ιανουάριο του 1933, η οργάνωση αριθμούσε περίπου δύο εκατομμύρια άνδρες – μια αύξηση 25 φορές επάνω μέσα σε μόλις δύο χρόνια.

Η πλειονότητα ήταν νεαροί άνδρες: πάνω από το 77% κάτω των 30 ετών και σχεδόν το 60% κάτω των 25. Πολλοί ήταν άνεργοι. Η Μεγάλη Ύφεση είχε διαλύσει την αγορά εργασίας και η SA πρόσφερε ό,τι έλειπε: στολή, ταυτότητα, σκοπό. Η ιδεολογία συχνά ερχόταν δεύτερη, το αίσθημα του «ανήκειν» ήταν καθοριστικό.

Η επέκταση της ICE κινήθηκε διαφορετικά, αλλά με ανάλογη ταχύτητα. Κατά τη δεύτερη ορκωμοσία του Τραμπ, η υπηρεσία απασχολούσε περίπου 10.000 πράκτορες. Ο νόμος «One Big Beautiful Bill Act» (γνωστός ειρωνικά ως Big Ugly), που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2025, διέθεσε 150 δισ. δολάρια σε τέσσερα χρόνια για τη φύλαξη των συνόρων και απελάσεις. Ο ετήσιος προϋπολογισμός της ICE δεκαπλασιάστηκε, με στόχο να φτάσει τα 100 δισ. δολάρια έως το 2029.

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 είχαν προσληφθεί 11.751 νέοι υπάλληλοι. Την Πρωτοχρονιά του 2026, περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους της ICE είχαν λιγότερο από έναν χρόνο υπηρεσίας. Η υπηρεσία έχει μετατραπεί σε έναν οργανισμό πρωτίστως νεοσύλλεκτων.

Οι εκστρατείες στρατολόγησης διέφεραν ως προς τα μέσα, αλλά υπάκουαν στην ίδια λογική στόχευσης. Η SA δεν επέβαλλε συνδρομές και δεν απαιτούσε προσόντα πέρα από την προθυμία για σύγκρουση. Η επέκταση της ICE το 2025 μείωσε το κατώτατο όριο ηλικίας στα δεκαοκτώ έτη, κατήργησε το ανώτατο όριο, απέσυρε την απαίτηση πανεπιστημιακού τίτλου και παρέκαμψε τις εξετάσεις πολυγράφου στο πλαίσιο της διαδικασίας Άμεσης Πρόσληψης (Direct Hire Authority). Η Washington Post ανέφερε ότι η ICE δαπάνησε πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια σε μια «στρατηγική στρατολόγησης εν καιρώ πολέμου», με διαφημίσεις σε συντηρητικά podcasts, σε αγώνες ράλι αυτοκινήτων (NASCAR), σε περιοχές γύρω από στρατιωτικές βάσεις και σε εκθέσεις όπλων. Σε μία από τις αφίσες αναγραφόταν το ερώτημα: «Ποιον δρόμο θα ακολουθήσεις, Αμερικανέ;», μια διατύπωση που αντηχούσε νατιβιστικά συνθήματα περί πολιτισμικής παρακμής.

Και οι δύο οργανισμοί προσέλκυσαν ένα μείγμα φανατικών και καιροσκόπων. Σύμφωνα με τον Ρούντολφ Ντιλς, πρώτο επικεφαλής της Γκεστάπο, περίπου το 70% των νέων μελών της SA στο Βερολίνο το 1933 ήταν πρώην κομμουνιστές — άνδρες που είχαν αντιληφθεί προς τα πού στρεφόταν η συγκυρία. Η ηγεσία της ICE το 2025 δήλωσε ότι επιδίωκε να προσλάβει άτομα «εμπνευσμένα από την ιδεολογία MAGA και όχι από τις τάξεις με τα συνήθη προνόμια που συνοδεύουν ένα ομοσπονδιακό σήμα». Ένας βετεράνος αξιωματικός της ICE προειδοποίησε χαρακτηριστικά: «Θα καταλήξουμε με πολλούς ανθρώπους που απλώς διψούν για εξουσία και αναζητούν αρμοδιότητες».

Διεύρυνση της εξουσίας: Για δώδεκα χρόνια, η SA λειτούργησε σε μια νομικά γκρίζα ζώνη. Οι αρχές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης την θεωρούσαν ιδιωτική πολιτοφυλακή που υπονόμευε το συνταγματικό καθεστώς. Τυπικά παρουσιαζόταν ως «αθλητικός και γυμναστικός σύλλογος», όμως στην πράξη επρόκειτο για ένοπλες ομάδες ανδρών με ρόπαλα, λαστιχένια κλομπ και σιδερογροθιές. Δεν χρειάζονταν πυροβόλα όπλα- η βία τους ήταν άμεση, ωμή και δημόσια.

Η τομή ήρθε τον Φεβρουάριο του 1933. Το διάταγμα του Γκέρινγκ που μετέτρεψε χιλιάδες μέλη της SA σε επικουρικούς αστυνομικούς, ακολουθήθηκε λίγες ημέρες αργότερα από το Διάταγμα για την Πυρκαγιά του Ράιχσταγκ. Οι πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν και οι πράξεις της SA τέθηκαν ουσιαστικά εκτός νομικού ελέγχου. Δεν χρειάστηκε νέα νομοθεσία. Μόνο η απόφαση να χρησιμοποιηθούν στο έπακρο οι ήδη υπάρχουσες εξουσίες «έκτακτης ανάγκης».

Η ICE δεν χρειάστηκε τέτοιου είδους μεταμφίεση. Διέθετε ήδη πλήρη νομική εξουσιοδότηση μέσω του Νόμου περί Μετανάστευσης και Ιθαγένειας. Εκείνο που άλλαξε τον Ιανουάριο του 2025 δεν ήταν ο νόμος, αλλά η πολιτική βούληση ως προς την εφαρμογή του.

Ο Τραμπ ακύρωσε τα διατάγματα της περιόδου Μπάιντεν που όριζαν προτεραιότητες επιβολής και παρείχαν περιορισμούς στην ICE. Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) ανακάλεσε οδηγίες που απαγόρευαν επιχειρήσεις σε σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες και διαδηλώσεις. Τυπικά προβλεπόταν έγκριση ανωτέρου για επιχειρήσεις σε τέτοιους χώρους. Στην πράξη, δεν υπήρχε καμία κύρωση για την παράκαμψή της. Ο περιορισμός ήταν καθαρά διακοσμητικός.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, το DHS είχε συνάψει πάνω από 1.000 συμφωνίες συνεργασίας με τοπικές αστυνομικές αρχές – αύξηση 641% σε σχέση με τις περίπου 150 συμφωνίες που ίσχυαν πριν από το 2025. Παράλληλα, ο νόμος Laken Riley επέβαλε υποχρεωτική κράτηση, χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, με εγγύηση για κάθε μη πολίτη που απλώς κατηγορείται -όχι καταδικάζεται- για αδίκημα σχετικό με κλοπή.

Ιδιαίτερη σημασία είχε μια δικαστική εξέλιξη τον Σεπτέμβριο του 2025. Σε κατώτερο ομοσπονδιακό δικαστήριο, στην υπόθεση Νοέμ εναντίων Βασκέζ Περντόμο, είχε επιβληθεί απαγόρευση στην ICE να προχωρά σε ελέγχους βασισμένους αποκλειστικά σε κριτήρια όπως η φυλή, η γλώσσα, ο χώρος ή το είδος εργασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέστειλε αυτή την απαγόρευση.

Ο δικαστής Κάβανο, με σύμφωνη γνώμη του, υποστήριξε ότι παρότι η εθνότητα από μόνη της δεν αρκεί για τη δημιουργία υπόνοιας, το «σύνολο των περιστάσεων» -παρουσία πολλών παράτυπων μεταναστών, κοινά εργασιακά μοτίβα, χρήση συγκεκριμένης γλώσσας- μπορεί να δικαιολογήσει την επέμβαση. Η δικαστής Σοτομαγιόρ, στη διαφωνία της, χαρακτήρισε την απόφαση ως δήλωση ότι «όλοι οι Λατίνοι που εργάζονται σε χαμηλόμισθες δουλειές είναι θεμιτός στόχος σύλληψης οποιαδήποτε στιγμή».

Το αποτέλεσμα, και στις δύο εποχές, είναι παρόμοιο: μια δύναμη εξουσιοδοτημένη να ασκεί καταναγκασμό σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό, με ολοένα και λιγότερους ουσιαστικούς ελέγχους. Στη ναζιστική Γερμανία η μετάβαση ήταν απότομη και θεαματική. Στις ΗΠΑ είναι σταδιακή, γραφειοκρατική και λιγότερο ορατή. Το τελικό σημείο όμως είναι κοινό: περισσότερη διακριτική ευχέρεια, λιγότερη λογοδοσία.

Συμπίεση της Εκπαίδευσης: Η εκπαίδευση της SA ήταν παραστρατιωτική, αλλά αποσπασματική. Δεν υπήρχε επίσημη ακαδημία. Κυκλοφορούσαν εγχειρίδια με οδηγίες για μάχη σώμα με σώμα και έλεγχο πλήθους. Η ψυχολογική επίδραση της στολής -εκφοβισμός μέσω της μαζικής επίδειξης- ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτής της τακτικής. Η δύναμη της SA βρισκόταν στους αριθμούς και στην προθυμία χρήσης βίας, όχι στην τακτική επάρκεια.

Η ICE ιστορικά απαιτούσε περίπου 13 εβδομάδες ολοκληρωμένης βασικής εκπαίδευσης στα Ομοσπονδιακά Κέντρα Εκπαίδευσης Επιβολής του Νόμου -που κάλυπτε το μεταναστευτικό δίκαιο, διαδικασίες σύλληψης, όπλα, αμυντικές τακτικές και μαθήματα της ισπανικής γλώσσας. Το 2025, τα χρονοδιαγράμματα αυτά μειώθηκαν στο μισό. Αξιωματούχοι του DHS επιβεβαίωσαν ότι η εκπαίδευση στην ακαδημία περιορίστηκε σε 47 ημέρες -περίπου 60% μείωση. Ο αριθμός ήταν συμβολικός: ο Τραμπ είναι ο 47ος πρόεδρος. Η εκπαίδευση στα ισπανικά καταργήθηκε ή περιορίστηκε στο ελάχιστο – το NBC News διαπίστωσε ότι οι νεοσύλλεκτοι έλαβαν μόλις μία εβδομάδα μαθημάτων.

Η ICE υποστήριξε ότι «κανένα αντικείμενο δεν έχει αφαιρεθεί». Τρεις αξιωματούχοι της ICE είπαν στο The Atlantic ότι η μείωση έγινε αποκλειστικά για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη δυνάμεων. Και οι δύο ισχυρισμοί δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα. Επιστολή της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής εξέφρασε ανησυχία για «την πιθανότητα μιας ανεπαρκούς εκπαιδευμένης δύναμης χιλιάδων ατόμων». Πάνω από 200 νεοσύλλεκτοι αποσύρθηκαν από την εκπαίδευση, όταν καθυστερημένοι έλεγχοι ιστορικού αποκάλυψαν απορριπτικά στοιχεία. Η δομική λογική ήταν η ίδια: η πολιτική ηγεσία απαιτούσε άμεσα αποτελέσματα. Η εκπαίδευση ήταν η μεταβλητή που μπορούσε να περικοπεί.

Επέκταση της Κράτησης: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1933, τα συντάγματα της SA έστησαν εκατοντάδες αυτοσχέδιους χώρους κράτησης -«άγρια στρατόπεδα»- σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, ζυθοποιίες και υπόγεια. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Όρανιενμπουργκ, κοντά στο Βερολίνο, ιδρύθηκε από στρατεύματα της SA τον Μάρτιο του 1933 χωρίς κεντρική άδεια. Η τοπική αστυνομία συναίνεσε. Μέχρι τα μέσα του 1933, οι φρουροί της SA εκεί πληρώνονταν από την πρωσική κυβέρνηση. Το κράτος δεν έκλεισε τα στρατόπεδα. Τα χρηματοδότησε. Οι συνθήκες ήταν βάρβαρες. Τα αρχεία τεκμηριώνουν τουλάχιστον 16 κρατουμένους που σκοτώθηκαν από φρουρούς μόνο στο Όρανιενμπουργκ. Τα στρατόπεδα τελικά ενσωματώθηκαν στο επίσημο σύστημα στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το κράτος ήθελε τρόμο, αλλά οργανωμένο τρόμο.

Η ICE κληρονόμησε ένα εθνικό δίκτυο κράτησης που άρχισε να οικοδομείται τη δεκαετία του 1980. Αυτό που άλλαξε το 2025 ήταν η κλίμακά του. Η πρόβλεψη των 45 δισ. δολαρίων για κράτηση στο «Big Ugly» χρηματοδότησε ταχεία κατασκευή. Μόνο το 2025, η ICE άνοιξε 59 νέους χώρους και επανέφερε σε λειτουργία 77 κλειστά κέντρα- 136 εγκαταστάσεις σε δώδεκα μήνες. Ο πληθυσμός των κρατουμένων σχεδόν διπλασιάστηκε, από περίπου 39.000 σε περίπου 70.000 έως τον Ιανουάριο του 2026. Η δυναμικότητα ξεπέρασε το προσωπικό, την εποπτεία και την ιατρική φροντίδα.

Οι κοινότητες πληροφορήθηκαν για τις προτεινόμενες εγκαταστάσεις μέσω των ειδήσεων και όχι μέσω επίσημης διαβούλευσης. Στο Social Circle της Τζόρτζια -με πληθυσμό 5.000 κατοίκων- οι τοπικοί αξιωματούχοι εξέφρασαν ανησυχία για τις αναφορές περί προτεινόμενου κέντρου κράτησης 5.000 έως 10.000 ατόμων. Η πόλη, σημείωσαν, δεν διέθετε επαρκείς υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης. Στο Κάνσας Σίτι, το Δημοτικό Συμβούλιο επέβαλε πενταετές μορατόριουμ σε μη δημοτικά κέντρα κράτησης, αφού έμαθε ότι το DHS είχε εξετάσει μια αποθήκη ως πιθανή εγκατάσταση 7.500 κλινών.

Τριάντα δύο κρατούμενοι πέθαναν υπό κράτηση της ICE το 2025 – αριθμός τριπλάσιος από τους έντεκα του προηγούμενου έτους. Οι μηχανισμοί διέφεραν από τους τεκμηριωμένους φόνους στα «άγρια στρατόπεδα». Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: κρατική κράτηση που οδηγεί σε θανάτους.

Το Πλαίσιο του «Εχθρού Εκ των Έσω»: Η ναζιστική ιδεολογία στηρίχθηκε σε ένα ψεύδος: τον μύθο της «πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstoßlegende), σύμφωνα με τον οποίο ο γερμανικός στρατός προδόθηκε εκ των έσω από Εβραίους, μαρξιστές και δημοκράτες. Στο Mein Kampf (1925), ο Χίτλερ έγραψε: «Πριν νικήσει κανείς τους εξωτερικούς εχθρούς, πρέπει πρώτα να εξοντώσει τον εχθρό μέσα του».

Η κυβέρνηση Τραμπ αναδιαμόρφωσε την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής με ένα δομικά παρόμοιο πλαίσιο. Το Εκτελεστικό Διάταγμα 14159, που υπογράφηκε την ημέρα της ορκωμοσίας του 2025, έφερε τον τίτλο «Προστασία του Αμερικανικού Λαού από την Εισβολή». Το διάταγμα παρουσίαζε την παράτυπη μετανάστευση, όχι ως ζήτημα επιβολής του νόμου, αλλά ως έκτακτη απειλή εθνικής ασφάλειας.

Το πλαίσιο της «εισβολής» μετέτρεψε τους παράτυπους μετανάστες από παραβάτες του νόμου σε μαχητές. Απαιτούσε όμως και ένα πρόσθετο στοιχείο: μια εξήγηση για το γιατί είχε επιτραπεί η «εισβολή». Λίγο πριν τις εκλογές του 2024, ο Τραμπ είπε στο Fox News: «Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο εχθρός από μέσα… Έχουμε μερικούς πολύ κακούς ανθρώπους, άρρωστους ανθρώπους, ριζοσπάστες αριστερούς τρελούς». Πρόσθεσε: «Ο εχθρός από μέσα είναι πιο επικίνδυνος από την Κίνα ή τη Ρωσία».

Έναν χρόνο αργότερα, απευθυνόμενος σε στρατιωτικούς διοικητές στο Quantico, ο Τραμπ είπε: «Ο εχθρός από μέσα είναι μεγαλύτερη απειλή από οποιονδήποτε ξένο εχθρό». Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου για θέματα πολιτικής, παρείχε το ιδεολογικό πλαίσιο. Περιέγραψε μια σύγκρουση ανάμεσα στον «ευγενή, ενάρετο λαό» της Αμερικής, ριζωμένο στην «ιουδαιοχριστιανική και δυτική κληρονομιά», και τις «δυνάμεις του κακού». Στο Fox News τον Οκτώβριο του 2025 δήλωσε: «Προς όλους τους αξιωματικούς της ICE: έχετε ομοσπονδιακή ασυλία… κανένας δημοτικός αξιωματούχος, κανένας πολιτειακός αξιωματούχος, κανένας παράνομος μετανάστης, κανένας αριστερός ταραχοποιός ή εγχώριος στασιαστής δεν μπορεί να σας εμποδίσει να εκτελέσετε τα καθήκοντά σας». Ο ισχυρισμός περί «ομοσπονδιακής ασυλίας» δεν είχε καμία νομική βάση. Το DHS ενίσχυσε το μήνυμα ως «ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ».

Τι Γνωρίζουμε, Τι Δεν Γνωρίζουμε: Οι παραλληλίες είναι καλά τεκμηριωμένες: ραγδαία επέκταση, χαμηλότερα εμπόδια εισόδου, συμπιεσμένη εκπαίδευση, διευρυμένη κράτηση και ιδεολογικό πλαίσιο που παρουσιάζει τους στόχους ως υπαρξιακές απειλές.

Αυτό που παραμένει αβέβαιο είναι: Αν η επέκταση της ICE υπερβαίνει τον θεσμικό έλεγχο. Η πορεία της SA τελικά ανακόπηκε, όχι από εξωτερική λογοδοσία, αλλά από την εκκαθάριση της ηγεσίας της από τον Χίτλερ τον Ιούνιο του 1934, όταν οι φιλοδοξίες του Ρεμ απείλησαν τη συμμαχία του καθεστώτος με τον στρατό. Η ICE δεν αντιμετωπίζει εσωτερική εκκαθάριση και οι πολιτικοί της υποστηρικτές παραμένουν στην εξουσία.

Αν οι αμερικανικοί μηχανισμοί εποπτείας μπορούν να περιορίσουν την υπηρεσία. Ο Γενικός Επιθεωρητής του DHS άνοιξε έρευνα για τις αλλαγές στην εκπαίδευση. Ομοσπονδιακοί δικαστές εξέδωσαν απαγορευτικές αποφάσεις που στη συνέχεια ανεστάλησαν. Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο δεσμεύτηκαν να αντιταχθούν σε νέα χρηματοδότηση, αλλά αναγνωρίζουν ότι δεν διαθέτουν τις ψήφους για να αποχρηματοδοτήσουν την ICE. Το «Big Ugly» του Τραμπ κατοχύρωσε πόρους έως το 2029. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις απελάσεων έχουν γίνει «βαθιά αντιδημοφιλείς», αλλά η κοινή γνώμη κινείται σε διαφορετικά χρονοδιαγράμματα από την επιχειρησιακή επέκταση.

Αν το πλαίσιο του «εχθρού εκ των έσω» θα διευρυνθεί στην εφαρμογή του. Η ναζιστική χρήση του der Feind im Inneren εξελίχθηκε από τους «εγκληματίες του Νοεμβρίου» στους «εβραιομπολσεβίκους» και τελικά απλώς στους «Εβραίους». Μέχρι στιγμής, η ICE έχει στοχεύσει παράτυπους μετανάστες, ιδίως Λατίνους. Ωστόσο, η ρητορική του Τραμπ αγκαλιάζει μια ευρύτερη κατηγορία «εχθρών εκ των έσω», συμπεριλαμβανομένων των Δημοκρατικών, των ομοσπονδιακών γραφειοκρατών και των μέσων ενημέρωσης που τον επικρίνουν. Το αν η επιχειρησιακή στόχευση θα ακολουθήσει την ίδια ρητορική διεύρυνση δεν έχει ακόμη καθοριστεί.

Η παραπάνω σύγκριση δεν μπορεί να προβλέψει τα αποτελέσματα. Αναγνωρίζει τους μηχανισμούς. Το βασικό ερώτημα που θέτει είναι: μόλις τεθούν σε κίνηση, μπορούν οι θεσμοί να ελέγξουν αυτές τις τροχιές; Το ιστορικό δείχνει ότι αυτό εξαρτάται από το αν η εποπτεία μπορεί να περιορίσει τις «εγχώριες στρατιές» πριν αυτές διπλασιαστούν σε μέγεθος.

Από τον Νιλ ΜακΚουίν, σε μετάφραση του infowar
 

Ακολουθήστε μας στο Instagram και στο Facebook για να βλέπετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν
 

εμφάνιση σχολίων