0
1
σχόλια
2527
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

«Ανδρέας και Μητσοτάκης είναι καλοί άνθρωποι αλλά είναι άρπαγες του κράτους», είχε πει ο Ξενοφών Ζολώτας το 1990. Από τον Περικλή Βασιλόπουλο

DOC TV
23 Δεκεμβρίου 2014
Ήταν 3 Ιανουαρίου 1990, αργά το βράδυ και ενώ οι διάδρομοι της Βουλής ήσαν σχεδόν άδειοι, στο γραφείο του πρωθυπουργού της οικουμενικής κυβέρνησης Καθηγητή Ξενοφώντα Ζολώτα επικρατούσε μια απίστευτη ένταση και υπερκινητικότητα. Το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών (Κωνστ. Μητσοτάκης, Ανδρέας Παπανδρέου, Χαρίλαος Φλωράκης – πρόεδρος Συνασπισμού της Αριστεράς) δεν ενέκρινε το έκτακτο σχέδιο 10 σημείων που πρότεινε ο κ. Καθηγητής και η χώρα κινδύνευε με άμεση χρεοκοπία και στάση πληρωμών.
Το ήξεραν ή το υποψιάζονταν ελάχιστοι και η καθημερινότητα στη χειμωνιάτικη Αθήνα ήταν απολύτως ομαλή παρά τις γνωστές και οικείες έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Άλλωστε παντού στον δυτικό κόσμο η πτώση του τείχους του Βερολίνου, η διάλυση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το άνοιγμα των βόρειων συνόρων της χώρας είχαν προκαλέσει μια γενικευμένη αίσθηση αισιοδοξίας.

Στην Ελλάδα είχαν προηγηθεί δύο εκλογικές αναμετρήσεις, με την πρώτη να οδηγεί στη συγκρότηση της κυβέρνησης Τζαννετάκη με συνεργασία ΝΔ-Συνασπισμού και η δεύτερη στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα. Ήταν μια κυβέρνηση-γέφυρα που θα οδηγούσε τη χώρα ομαλά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, μέσα όμως από ένα σχέδιο συναινετικής Εθνικής Ανασυγκρότησης που θα οδηγούσε τη χώρα σε μια νέα πορεία. Γι’ αυτό ο Ζολώτας αποφάσισε ως πρωθυπουργός να συγκροτήσει την περίφημη τότε, άγνωστη σήμερα, Επιτροπή Αγγελόπουλου (Άγγελος Αγγελόπουλος, Καθηγητής Οικονομίας, νεανικός φίλος του Ξ. Ζολώτα, υπουργός της «Κυβέρνησης του Βουνού» ΠΕΕΑ και της Κυβέρνησης Εθν. Ενότητας τον Οκτώβριο Δεκέμβριο 1944).

Στόχος του ήταν να πείσει επιτέλους όλα τα πολιτικά κόμματα να συμφωνήσουν σε ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα που συμπύκνωνε την έμμονη ιδέα του Καθηγητή από το 1924, όταν έγινε -ο νεότερος στη ιστορία- Καθηγητής Οικονομικών. Νομισματική σταθερότητα μαζί με γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση. Κάτι που το κατόρθωσε προσωρινά ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας την περίοδο 1955-1967, όταν η Ελλάδα σημείωσε ποσοστά ανάπτυξης του ΑΕΠ με τον «ιαπωνικό» ρυθμό του 6-7% ετησίως. Σε στενή συνεργασία και με την υποστήριξη του Κων. Καραμανλή που έγινε πρωθυπουργός το 1955, προώθησε ένα επιτυχημένο μείγμα κρατικής παρέμβασης και αγοράς που μόνον η Ιαπωνία και η Νότιος Κορέα κατόρθωσαν να επιτύχουν.

Αυτό ήταν το όραμα Ζολώτα. Βιομηχανία τύπου Νότιας Κορέας (το 1960 ήταν φτωχότερη από την Ελλάδα), δημοκρατία αναπτυγμένης χώρας και στόχευση στην καρδιά της Ευρώπης. Αν και δεν εξέφραζε ποτέ ανοικτά τις πολιτικές του προτιμήσεις και τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια την αμερόληπτη ουδετερότητα που του επέβαλλε η θέση του ως Διοικητή της ΤτΕ και ο δυναμικά μειλίχιος χαρακτήρας του, δεν ανήκε ποτέ στη Δεξιά Παράταξη. Ήταν πάντοτε ένας κεντρώος της σύνθεσης.

Έκανα αυτή την παρενθετική παρέμβαση του κεντρικού αφηγηματικού νήματος του άρθρου για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι η εξαιρετική έκθεση για το έργο και τη ζωή του Ξενοφώντα Ζολώτα που εγκαινιάστηκε προχθές στο νέο κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) στην οδό Αμερικής και θα διαρκέσει αρκετούς μήνες. Προτείνω σε όλους και ιδίως στους νεότερους που μάλλον δεν ξέρουν καν της ύπαρξή του να την επισκεφτούν. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο Έλληνα οικονομολόγο και -για μένα- τον πιο συνειδητό Έλληνα πρωθυπουργό που προσέγγισε την έννοια του «Δημόσιου Συμφέροντος» περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει και αυτός με την επικαιρότητα των πιο σκληρών πλευρών της ιστορίας μας. Με αφορμή τα 70 χρόνια από τα Δεκεμβριανά του 1944 και την συζήτηση που άνοιξε, θα πρέπει να εξεταστεί και η προσπάθεια ενός τρίτου, σοσιαλιστικού και δημοκρατικού πόλου που συνετρίβη πρόωρα μέσα στη μέγγενη του εμφύλιου πολέμου που ακολούθησε. Άλλωστε ο Ξεν. Ζολώτας θεωρούσε ιδανικό οικονομικό σύστημα και για την Ελλάδα -με σταδιακά βήματα και εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες- τον «Δημιουργικό Σοσιαλισμό» (βλέπε βιβλίο του με τον ίδιο τίτλο το 1943) που θα ήταν μια σύνθεση φιλελεύθερης (όχι αρρύθμιστης ή όπως λέμε σήμερα νεοφιλελεύθερης) αγοράς με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και γι’ αυτό μαζί με τον Άγγελο Αγγελόπουλο ίδρυσαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής το 1942 τον όμιλο Σοσιαλιστική Ένωση (στην οποία από πρόταση της Ιωάννας Τσάτσου συμμετείχε για λίγο και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής).

Ο τρίτος λόγος και πιο σημαντικός ακολουθεί. Ας ξαναγυρίσουμε  λοιπόν στην αρχή της ιστορίας.

«Είναι καλοί άνθρωποι αλλά είναι άρπαγες του κράτους»: Όταν στις 23 Νοεμβρίου 1989 ο Καθηγητής Ζολώτας ανέλαβε ύστερα από ομόφωνα πρόταση των κομμάτων την πρωθυπουργία της οικουμενικής Κυβέρνησης, τα οικονομικά στοιχεία που του δόθηκαν ήταν από ασαφή έως θολά. Σίγουρα πολύ χειρότερα απ’ ό,τι του είχαν ειπωθεί. Είχε προηγηθεί η τρίμηνη θητεία της κυβέρνησης Τζαννετάκη, ένα καθεστώς ημικυβερνησίας. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο Αντ. Σαμαράς, με βασική καινοτομία της υπουργίας του την εισαγωγή των αφορολόγητων κόκκινων πινακίδων αυτοκινήτων ΑΜΟ που πλημμύρισαν τη χώρα, παρότι προορίζονταν αρχικά για τους εργαζόμενους στο εξωτερικό (βλ. άρθρο ΑΔ Παπαγιαννίδη στον Οικ. Ταχυδρόμο Σεπτ. 1999). Μεταπήδησε στη συνέχεια και στην οικουμενική ως υπουργός Εξωτερικών. Την ίδια θέση διατήρησε και στην κυβέρνηση Μητσοτάκη που ήλθε στην εξουσία τον Απρίλιο του 1990, όταν έγινε ο «μοιραίος» άνθρωπος για την εμπλοκή στο Σκοπιανό αλλά και για την πτώση της κυβέρνησης της ΝΔ το 1993. Και μετά ήλθε πάλι στην εξουσία ο Α.Γ. Παπανδρέου και πάλι τα γνωστά. Στην Ελλάδα ένας κλειστός αριθμός ατόμων επανέρχονται εναλλάξ στην εξουσία.

Γενικά η κυβέρνηση Τζαννετάκη -όπως και όλες οι προηγουμένως-  δεν παρέδωσε τίποτα. Όταν ο πρωθυπουργός μού ζήτησε να βρω τα αρχεία αποφάσεων και ομιλιών για να τα συμβουλευτεί, οι δέκα, προϋπάρχουσες, κυρίες γραμματείς του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού -«τρελάθηκα» με τον αριθμό- με κοίταξαν με απορία. «Ποια αρχεία, δεν υπάρχουν αρχεία» μου είπε η προϊσταμένη. «Τα παίρνουν όλα οι Πρωθυπουργοί στο σπίτι τους». Τρελάθηκα για δεύτερη φορά αλλά όπως αποδείχτηκε ήμουν απλά στον πρόλογο. (Τελικά το 2002 ψηφίσθηκε νόμος για τα Αρχεία του Πρωθυπουργού με πρωτοβουλία του καθηγητή Γιώργου Παπαδημητρίου, νομικού συμβούλου επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, αλλά μάλλον δεν εφαρμόζεται πλήρως ακόμη. Ίσως το 2050). Όταν μετέφερα το νέο στον Καθηγητή Ζολώτα, παρότι τυπικά το θέμα ήταν ήσσονος σημασίας για την εποχή, εξερράγη. «Είμαι 86 ετών. Έχω γράψει 40 βιβλία, αλλά μόνο τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω τις βαθιές παθογένειες της χώρας. Είναι θαύμα που επιβιώνει αυτό το κράτος». Και ήταν μόνο  η αρχή.

Στις 3 Ιανουαρίου του 1990 η κατάσταση στα δημοσιονομικά πράγματα έτεινε να γίνει απελπιστική. Το ΑΕΠ της χώρας σε ευρώ ήταν περίπου στα 70 δισ. (σήμερα είναι 184 δισ.) ενώ το Δημόσιο χρέος ακόμη ήταν μόνο στο 70%, με ραγδαία όμως αυξητική τάση (σήμερα είναι ως γνωστόν στο 176% του ΑΕΠ). Ο πληθωρισμός γύρω στο 15% (σήμερα έχουμε αρνητικό πληθωρισμό ή αποπληθωρισμό), τα επιτόκια εσωτερικού στο 24%, το δημόσιο έλλειμμα κτύπαγε το 13% (όπως το 2009) και περίπου στο 10-12% ήταν το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών. Είχαν αρχίσει σταδιακά εξαγωγές κεφαλαίων με ταξίδια στην Ελβετία και το κυριότερο, κινδυνεύαμε με αθέτηση διεθνών πληρωμών και με μη πληρωμή μισθών και συντάξεων. Ουσιαστικά υπήρχε διορία 2 ή 3 ήμερών πριν το πρόβλημα πάρει μεγάλες διαστάσεις και υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος γενικευμένης ανησυχίας των πολιτών για την «υγεία» και την ισοτιμία της δραχμής. (Αποκτήσαμε τελικά το 2001 το ευρώ, αλλά ήδη είχαν ξεπροβάλει τα τρία περίφημα κριτήρια του Μάαστριχτ που θεσπίστηκαν το 1993.) Με δεδομένη την άρνηση των τριών πολιτικών αρχηγών να συναινέσουν στα 10 έκτακτα μέτρα Ζολώτα, το μόνο που έμενε ήταν η έκτακτη σύναψη Syndicated Loan από Διεθνείς Τράπεζες (η αγορά Ομολόγων δεν ήταν τότε πολύ αναπτυγμένη). Πράγμα ιδιαιτέρως δύσκολο να πραγματοποιηθεί σε ένα λογικό και μη αστρονομικό επιτόκιο.

Όταν μπήκα στο γραφείo του καθηγητή Ζολώτα στο ισόγειο της Βουλής, τον είδα για μία και μόνη φορά στη 18χρονη γνωριμία μας (τον γνώρισα το 1986, όταν έκανα μαζί του μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης για τα 70 χρόνια του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ) να κάθεται «σε αναμμένα κάρβουνα». Είχε μπροστά του δυο μεγάλα καλογραμμένα λογιστικά φύλλα κάτι σαν έσοδα – έξοδα, υποχρεώσεις του κράτους και δίπλα κράταγε σημειώσεις με συνεχείς αναπροσαρμογές. Είχε έρθει για δεύτερη φορά ένας παλιός μαθητής του από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με άλλα δυο λογιστικά τεφτέρια υπό μάλης. Τηλεφώνησε στον από χρόνια στενότερο συνεργάτη του Ν.Α. από την Τράπεζα της Ελλάδας. «Μόνο σε αυτούς του δύο έχω εμπιστοσύνη για την αξιοπιστία των στοιχείων. Είναι οι μόνοι που δεν μου πασάρουν “αλλοιωμένα” στοιχεία για τις πραγματικές υποχρεώσεις του κράτους». «Μα κύριε Καθηγητά, του αντέτεινα, αυτά δεν είναι επίσημα στοιχεία. Είστε Πρωθυπουργός της χώρας, θα έπρεπε να είχατε σε πέντε λεπτά τα πραγματικά μεγέθη του Κράτους».

«Παιδί μου, είπε (προσφιλής προσφώνηση του Καθηγητή στους στενούς του συνεργάτες ανεξαρτήτως ηλικίας) δεν υπάρχει πλέον ενιαίο κράτος στην Ελλάδα. Το κράτος είναι κάτι σαν αδειανό πουκάμισο για τα μάτια του κόσμου. Γνωρίζω από παλιά τον Ανδρέα και τον Μητσοτάκη και είναι καλοί άνθρωποι ως άτομα. Αλλά με τα κόμματά τους έχουν γίνει άρπαγες του κράτους που το λαφυραγωγούν εναλλάξ. Έχουν φτιάξει δύο παράλληλους κομματικούς μηχανισμούς υποκαθιστώντας το επίσημο κράτος. Συγκρούονται αδυσώπητα αλλά ξέρουν ότι είναι μια ο ένας μια ο άλλος. Και κρατάνε τις κρίσιμες πληροφορίες μόνο για τον εαυτό τους. Οι της ΝΔ δραματοποιούν τα στοιχεία προς το χειρότερο, γιατί θέλουν άμεσα εκλογές, οι του ΠΑΣΟΚ κάνουν το ακριβώς αντίθετο, γιατί δεν θέλουν τώρα εκλογές και είναι ικανοί μέσα στην αδιάφορη ανευθυνότητά τους να καταγγέλλουν ο ένας τον άλλο δημοσίως και να εκθέτουν τη χώρα διεθνώς. Να το θυμάσαι ότι αυτοί οι δύο σε πέντε, σε δέκα, ίσως και λίγο περισσότερα χρόνια θα χρεοκοπήσουν την Ελλάδα».

«Το δράμα», συνέχισε, «η τραγωδία, είναι ότι αυτός που είναι ο πιο λογικός, αυτός που με στηρίζει περισσότερο στο Συμβούλιο Αρχηγών είναι αυτός που έχουμε τις μεγαλύτερες διαφορές. Ο Χαρίλαος Φλωράκης ίσως επειδή έζησε την άγρια εποχή του εμφύλιου δείχνει τη μεγαλύτερη ευαισθησία για την κρισιμότητα της κατάστασης. Αλλά και αυτός δεν μπορεί να τα πει δημοσίως. Τις προάλλες μου είπε: «Ξενοφώντα, αν σε στηρίξω δημοσίως θα με φάνε οι δικοί μου». Ίσως τελικά να μας σώσει η Ευρώπη με τις νέες Συνθήκες, αλλά με διαλυμένο και αρπακτικό κράτος, η ιδιωτική οικονομία θα μείνει απροστάτευτη και θα καταστραφεί μέσα στον θυελλώδη ανταγωνισμό».

Συγκρουσιακή λαφυραγώγηση εναλλάξ και Μνημόνιο: Σοφά, προφητικά λόγια ενός μοναδικού Έλληνα, που δυστυχώς αποδείχτηκαν στο σύνολό τους αληθινά. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το 2004, ο Γ. Αλογοσκούφης καταγγέλλει ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή την προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ότι έκρυβε ελλείμματα κάτω από το χαλί. Πρώτη διεθνής δυσφήμηση της χώρας. Το 2009 ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου καταγγέλλει τον Γ. Αλογοσκούφη (και Γ. Παπαθανασίου) ότι και αυτοί με τη σειρά τους έκρυβαν το κολοσσιαία δημόσιο έλλειμμα στο 13,5% του ΑΕΠ. Τα στοιχεία ήσαν αληθινά αλλά πρέπει να δούμε τον «φαύλο κύκλο» και των δυο μαζί στο ίδιο πλαίσιο. Είναι οι δύο όψεις της ίδιας συγκρουσιακής λαφυραγώγησης του κράτους εναλλάξ, που έλεγε κι ο καθηγητής Ζολώτας. Δεύτερη διεθνής δυσφήμηση της χώρας. Μετά πανικός, μερική χρεοκοπία, αποκλεισμός από τις αγορές, Μνημόνιο. Όσοι έζησαν από κοντά και μέσα στο εσωτερικό της τότε κεντρικής εξουσίας περιγράφουν μια εικόνα απίστευτης σύγχυσης, πρωτοφανούς ερασιτεχνισμού και τσαπατσουλιάς και δυστυχώς δεν υπήρχε ένας Ζολώτας με μαεστρικές κινήσεις να σώσει τη χώρα όπως το έκανε το 1990.

Ο Α. Σαμαράς και η Ν.Δ. ήταν κατά του Μνημονίου μέχρι το 2012. Μετά ανέλαβε την εξουσία μαζί με το ΠΑΣΟΚ και έγινε υπέρ αναφανδόν. Συνεχίσθηκε η ίδια παράλογη υφεσιακή περιοριστική πολιτική σε καθεστώς αποπληθωρισμού που στραγγάλισε την ιδιωτική οικονομία και η οποία είναι ομόρροπη μόνο με τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα της Γερμανίας και των χωρών του Βορρά. Ακολούθησαν θυελλώδεις, σπασμωδικές δήθεν «αλλαγές», μαζική περικοπή εισοδημάτων και υπερφορολόγηση που αφορούσαν μόνον τους «πολλούς άλλους», αλλά όχι το κομματικό τους δυναμικό μαζί με τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με ορισμένες αδημοσίευτες έρευνες, το ποσοστό ανεργίας τους ανέρχεται μόνο στο 4-5% ενώ το συνολικό είναι 27%.

Αυτό φαίνεται λογικό γιατί Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ (περίπου 6.000 στελέχη και 150.000 μέλη) έχουν γίνει τα τελευταία 20 χρόνια αποκλειστικοί «ιδιοκτήτες» του ελληνικού κράτους. Έχουν «αποικιοποιήσει» το κράτος. Σε συνδυασμό με προσωρινά ευνοϊκές γι’ αυτούς ευρωπαϊκές συμμαχίες και μαζί με το 20% των πιο πλούσιων Ελλήνων που έχουν πληγεί λίγο ή καθόλου από την κρίση είχαν συγκροτήσει ένα σκληρό μπλοκ εξουσίας που μοιάζει με στάσιμη ολιγαρχία και ελέγχει το σύνολο σχεδόν των επικοινωνιακών διαύλων της χώρας. Αποτελούν ένα είδος «vested interests» (καθεστωτικά συμφέροντα) που υπονομεύουν την παραγωγικότητα του κράτους, την κοινωνική κινητικότητα και την επιχειρηματική ανανέωση. Γιατί να δουλέψει κάποιος περισσότερο και πιο παραγωγικά όταν ξέρει ότι ο κομματικός θα πάρει όλα τα εύσημα  και τις θέσεις έτσι κι αλλιώς; Γιατί να δεχτεί κάποιος αξιολόγηση, όταν ξέρει ότι την αξιολόγηση την ελέγχει ο μηχανισμός Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ;

Η Ελληνική Δημοκρατία που δημιουργήθηκε με τόσες προσδοκίες το 1974 πρέπει να βρει με άψογες δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες ένα τρόπο να απελευθερώσει το ελληνικό κράτος από την «αποκλειστική ιδιοκτησία» τους, προσπαθώντας επιτέλους να του δώσει δίκαιες «απρόσωπες» δομές σε κοινό κτήμα, έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να γίνει μόνιμα αποκλειστικός κυρίαρχος. Ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος στην καρδιά του πρέπει να παραμένει πάντοτε ένας «κενός χώρος», με προσωρινή καθοδήγηση αυτών που επιλέγουν οι πολίτες. Χωρίς να είναι ιδιοκτησία κανενός. Αυτή είναι η μία και μόνη κεφαλαιώδης «Διαρθρωτική Αλλαγή», η  πιο σημαντική μεταρρύθμιση που πρέπει να γίνει και είναι πολύ πιο σημαντική από οποιαδήποτε εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ για τις επιμέρους αγορές ή την ασφαλιστική μεταρρύθμιση των ταμείων.

Για να κλείσουμε αυτό το μακροσκελές και βιωματικό άρθρο που είναι αφιερωμένο στα 10 χρόνια από τον θάνατο του Καθηγητή Ζολώτα (πέθανε πλήρης ημερών το 2004, σε ηλικία 100 ετών) να πούμε ότι την 3η Ιανουαρίου 1990, μέσα σε λίγες ώρες με απανωτές συντονισμένες κινήσεις, ο πρωθυπουργός Ζολώτας έσωσε τη χώρα από μια άτακτη   χρεοκοπία. Με τηλεφωνικές επικοινωνίες με 3 κεντρικούς τραπεζίτες, τον Ζακ Ντελόρ, τον Μίνω Ζομπανάκη και ιδίως με τον τότε Διοικητή της ΤτΕ Γ. Χαλικιά, για την αποτροπή οποιασδήποτε ανησυχίας του κοινού για τη δραχμή και την κινητοποίηση του προσωπικού με εποπτεία των τραπεζών (τότε δεν υπήρχαν online συστήματα και πολλά ΑΤΜ) και ιδίως με τη σύναψη δολαριακού δάνειου με το υψηλό επιτόκιο 10,4% (πληρώσαμε παραπάνω αλλά σώθηκε προσωρινά η χώρα), η απειλή χρεοκοπίας απεχώρησε από το προσκήνιο.

Οι εκλογές έγιναν ομαλά στις 8 Απριλίου 1990 και εξελέγη πρωθυπουργός ο Κων. Μητσοτάκης. Εκείνη την ημέρα αφού ψήφισε στο εκλογικό κέντρο κοντά στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κάτσαμε σε ένα καφενεδάκι για έναν ήρεμο καφέ. Ήταν εύθυμος, σφύριζε με τον δικό του μελωδικό σκοπό, κάπνισε το καθιερωμένο τσιγάρο Benson Royal των 100 εκατοστών με τον καφέ -χωρίς ποτέ να κατεβάζει τον καπνό-, σχολίαζε και συζήταγε με δεκάδες θαμώνες που του μιλούσαν με σεβασμό. Ήταν 87 ετών και ένιωθε πενηντάρης. «Έκανα το καθήκον μου και παρέδωσα τη χώρα χωρίς κανένα επιπλέον πρόβλημα. Θα μπορούσα να κάνω πολλά ακόμη, αν με άφηναν και αν είχα χρόνο. Αλλά αυτός ο Μητσοτάκης βιαζότανε να πάρει την εξουσία και απέσυρε τους υπουργούς του πρόωρα. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή και η πολιτική. Αλλά μην ξεχάσεις ότι σου είπα την πρώτη ημέρα που σε διόρισα στο γραφείο μου. Ό,τι είδες, ό,τι ακούσεις, ό,τι σου είπα, θα τα ξεχάσεις. Τουλάχιστον για 20 χρόνια. Έως τότε θα έχουμε ίσως διορθωθεί και άλλωστε μάλλον και οι τέσσερίς μας στο Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών θα έχουμε αποδημήσει εις Κύριον».

Μόνο μία αστοχία πρόβλεψης. Ο Κων. Μητσοτάκης ζει και βασιλεύει και είναι πλέον ο μόνος εν ζωή πολύπειρος πρώην πρωθυπουργός. Λίγα χρόνια μετά ρώτησα τον Κων. Μητσοτάκη ποια είναι η γνώμη του για τον Ξενοφώντα Ζολώτα. «Ο Ξενοφών Ζολώτας είναι ένας πεπεισμένος κρατιστής. Γι’ αυτό διαφωνούσαμε τόσο συχνά». Ναι, αλλά τι είδους κρατιστής; Ένα τέτοιο δημιουργικό κρατιστή με μετριοπαθείς φιλελεύθερες απόψεις και πίστη στον δημιουργικό Σοσιαλισμό, που συνδυάζει το κράτος με την αγορά και την επιχειρηματική καινοτομία, μάλλον χρειάζεται ακόμη και σήμερα η χώρα, 110 χρόνια μετά τη γέννησή του.

Πηγή: Tvxs

εμφάνιση σχολίων